Καταγγελίες και διθυραμβικά σχόλια. Πολύωρες συσκέψεις για αλλαγή στρατηγικής, ενημερωτικά σημειώματα προς βουλευτές και μέλη κομματικών οργάνων, κρυφές συναντήσεις μεταξύ πολιτικών παικτών. Ολα με το ίδιο περιεχόμενο: τα στοιχεία μιας δημοσκόπησης.
Πόσο υπερβολικά είναι, αλήθεια, όλα αυτά; Φοβάμαι πως είναι πολύ.
Η αποθέωση των ποσοστών καταλήγει να είναι, πέρα από υπερβολική, και χωρίς ουσία υπό συνθήκες μιας σχεδόν τέλειας μεταβλητότητας των επιλογών των ψηφοφόρων, αλλά ταυτόχρονα και αστάθειας πολλών εκ των κομματικών σχημάτων.
Ποια μπορεί να είναι η αξία της δήλωσης πρόθεσης ψήφου για το κόμμα Χ από έναν ψηφοφόρο που την ίδια στιγμή απαντά στον συνεντευκτή ότι δεν είναι βέβαιος πως αυτό το κόμμα θα επιλέξει στην κάλπη ή ότι είναι σήμερα, την ίδια στιγμή, εξίσου πιθανό να ψηφίσει το κόμμα Χ και το κόμμα Ψ;
Ποια μπορεί να είναι η αξία της δήλωσης πρόθεσης ψήφου για το κόμμα Χ, αν το κόμμα αυτό στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση δεν υφίσταται ως επιλογή ή αν έχει συμμαχήσει με ένα άλλο κόμμα;
Τέτοια υποθετικά ερωτήματα υπάρχουν τόσο πολλά και περιπλέκονται τόσο πολύ το ένα με το άλλο που δεν είναι εφικτή ούτε η αποτύπωσή τους σε ερωτήματα μιας δημοσκόπησης.
Είναι, λοιπόν, για τα σκουπίδια οι μετρήσεις των δημοσκόπων; Προφανώς όχι.
Είναι όμως απολύτως μάταιο να φτιάχνουμε τίτλους με τη διαφορά των δύο μεγαλύτερων κομμάτων ή με τον αριθμό των κομμάτων που θα αποκτήσουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, όταν ένα εξαιρετικά μεγάλο κομμάτι ψηφοφόρων δηλώνει ταυτοχρόνως ότι θα μπορούσε να ψηφίσει ένα, δύο ή και περισσότερα κόμματα «υπό συνθήκες».
Και όταν οι συνθήκες αυτές είναι τόσο μεταβλητές, γίνεται φανερό ότι η δήλωση πρόθεσης ψήφου στερείται νοήματος.
Αυτό που δεν στερείται νοήματος, από την άλλη πλευρά, είναι η ανίχνευση της λεγόμενης δυνητικής απήχησης κάθε κόμματος.
Πόσοι είναι εκείνοι που θα σκέφτονταν σοβαρά να στηρίξουν τον ΣΥΡΙΖΑ και πόσοι τη Ν.Δ.;
Πόσοι είναι εκείνοι που θα απέκλειαν κάποια τέτοια επιλογή υπό όλες τις πιθανές εκδοχές; Τα στοιχεία αυτά θα ήταν χρήσιμα, ακόμα και αν έκρυβαν από πίσω τους επικαλυπτόμενα κοινά, δηλαδή ψηφοφόρους που θα έδιναν την ίδια στιγμή υψηλές πιθανότητες ψήφου για δύο κόμματα.
Η μεθοδολογία που χρησιμοποιεί στην Ελλάδα η εταιρεία ProRata δίνει τέτοια χρήσιμα, πλην όμως δυσανάγνωστα, λόγω μη οικειότητας του κοινού με τον τρόπο παρουσίασης, στοιχεία.
Στην τρέχουσα συγκυρία, τα σχετικά ευρήματα συνοψίζονται στα εξής:
(α) ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει ως επιλογή απομονωμένος, με την έννοια ότι όσοι δηλώνουν σημαντική πιθανότητα ψήφου για κάποιο από τα κόμματα της αντιπολίτευσης –τόσο τη Ν.Δ., όσο και τα κόμματα του ενδιάμεσου χώρου, αλλά και της Αριστεράς– δίνουν μηδενική πιθανότητα ψήφου σ’ αυτόν,
(β) η Ν.Δ., το Ποτάμι και η ΔΗΣΥ εμφανίζουν ως επιλογές ψήφου έναν σημαντικό βαθμό επικάλυψης, ένδειξη αβεβαιότητας για την τελική προτίμησή τους στην κάλπη.
Τα ευρήματα αυτά είναι σημαντικότερα από την όποια διαφορά στα ποσοστά των δύο κομμάτων γιατί συνδυαστικά φανερώνουν την ουσία των πολιτικών προδιαθέσεων του τελευταίου χρόνου: η μεγάλη πλειοψηφία της κοινής γνώμης τοποθετείται αποφασιστικά έναντι του ΣΥΡΙΖΑ χωρίς όμως να επιλέγει, για την ώρα, εξίσου αποφασιστικά με ποιον από τους αντιπάλους του ΣΥΡΙΖΑ θα στρατευτεί σε αυτόν τον αγώνα.
Η Ν.Δ. είναι η προφανής επιλογή λόγω του μεγέθους της για τους περισσότερους από αυτούς, όμως το 20% όσων δηλώνουν υψηλή πιθανότητα να τη στηρίξουν απαντούν ότι θα ήταν πολύ πιθανό να στηρίξουν το Ποτάμι «υπό συνθήκες», ενώ ομοίως απαντά και το 15% των δυνητικών ψηφοφόρων της Ν.Δ. για τη ΔΗΣΥ.
Είναι σαφές ότι όσο οι θέσεις των πολιτικών δρώντων στον αντι-ΣΥΡΙΖΑ χώρο παραμένουν ρευστές, πολλοί δυνητικοί ψηφοφόροι τους θα στέκονται μετέωροι με τάση να καταλήξουν στο ασφαλέστερο «μεγάλο κόμμα». Ο μετεωρισμός έχει όμως μόνο τάσεις.
Οι αριθμοί λένε πάντα αλήθειες. Ομως οι αριθμοί και τα στοιχεία των δημοσκοπήσεων είναι χιλιάδες. Πρέπει να κοιτάμε τους «σωστούς αριθμούς».
*επίκουρος καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας και διευθυντής του Ινστιτούτου «Π Τετράγωνο – Πρόοδος στην Πράξη»
