Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είχα προαναγγείλει, φίλοι αναγνώστες, ως συνέχεια της προηγούμενης επικοινωνίας μας («Η θεσμική σύγκρουση») τη συγγραφική απασχόληση με τις σχέσεις κράτους και Εκκλησίας, κορυφαίο και μείζον θέμα στην επικείμενη αναθεώρηση του Συντάγματος.

Η δέσμευση απέναντί σας παραμένει ως προϋπόθεση προκειμένου να καταδειχθεί η σημασία της προτεινόμενης θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους για την ολοκλήρωση της συνταγματικής προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, δηλαδή για την ολοκλήρωση της αρχής του κράτους δικαίου.

Ομως θεωρώ επιστημονική και επαγγελματική μου υποχρέωση να ασχοληθώ σήμερα με το σχέδιο νόμου του υπουργείου Παιδείας για την Ανώτατη Εκπαίδευση, το οποίο τίθεται σε δημόσια διαβούλευση μέχρι τη 12η Ιουνίου 2017.

Ξεκινώ με μια εισαγωγική αναφορά. Ηδη διατυπώθηκαν οι πρώτες, αναμενόμενες άλλωστε, αντιρρήσεις από τους «γνωστούς» πολιτικούς, δημοσιογραφικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους.

Μέχρι εδώ ουδέν το αξιοπερίεργο. Αλλά αισθάνομαι ανυπέρβλητη την ανάγκη να επισημάνω ότι οι αντιδρώντες περίπου ταυτίζονται με εκείνους, οι οποίοι προσφάτως χειροκρότησαν, ζητωκραύγασαν και εν τέλει επαίνεσαν την αδιανόητη καταδίκη σε ποινή «κοινωνικής εργασίας» τριών μαθητών στο Ρέθυμνο, με αφορμή κάποια δήθεν «κατάληψη» στο σχολείο τους.

Γι’ αυτό το πρωτοφανές στην εκπαιδευτική κοινότητα γεγονός ο πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι «η δημοκρατία ισχυροποιείται από την παρουσία ενεργών πολιτών με διαφορετικές απόψεις και κυρίως με κοινωνική παρέμβαση και δράση».

Θα πρόσθετα ότι ύπατο καθήκον της εκπαιδευτικής διαδικασίας από το Νηπιαγωγείο μέχρι το Πανεπιστήμιο είναι και η διάπλαση ακριβώς αυτών των ενεργών πολιτών και αυτών των προσωπικοτήτων, που παρεμβαίνουν και δρουν στην κοινωνία και την πολιτική, με την ευρεία έννοια του όρου.

Επανέρχομαι με τις θεμελιώδεις αρχές του νέου σχεδίου νόμου. Η επάνοδος της καταργηθείσας δημοκρατίας στα Πανεπιστήμια δεν αποτελεί κυβερνητικό, πολιτικό, κομματικό ή συνδικαλιστικό καθήκον. Επιβάλλεται ως συνταγματική επιταγή.

Η θεμελιώδης δημοκρατική αρχή στο πολιτικό σύστημα, όπως θεσπίζεται και κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα, δεν περιορίζεται μόνον στη λειτουργία του πολιτεύματος αλλά ισχύει και πρέπει να επεκτείνεται σε κάθε δημόσια ή ιδιωτική θεσμική και κοινωνική συλλογικότητα, επομένως πρωτίστως στον χώρο της πανεπιστημιακής μονάδας.

Το Σύνταγμα περιγράφει το δημοκρατικό συνδιοικούμενο και αυτοδιοικούμενο Πανεπιστήμιο των ομάδων (καθηγητές, φοιτητές, υπάλληλοι) και όχι το αυταρχικό και ολιγαρχικό Πανεπιστήμιο των επαϊόντων ατόμων της καθηγητικής αυθαιρεσίας.

Ενδιαφέρον έχει ότι διαμαρτύρονται για την επάνοδο φοιτητών και υπαλλήλων στα όργανα ακαδημαϊκής διοίκησης όσοι ανέχθηκαν, τουλάχιστον, τη θεσμική συμμετοχή εφοπλιστών και βιομηχάνων, διά των καταργούμενων διαβόητων «Συμβουλίων Ιδρύματος», στα οποία κάποιοι ολίγοι εσωτερικοί, περιέργως εκλεγόμενοι, προχωρούσαν στον διορισμό κάποιων ολίγων φίλων τους εξωτερικών, και όλοι μαζί παρίσταναν τους διοικητές και επόπτες του ιδρύματος.

Το ακαδημαϊκό άσυλο, η προστασία του οποίου επαναθεσπίζεται, συνδέεται άρρηκτα, όχι μόνον ιστορικά, με τις δημοκρατικές αξίες και τις ακαδημαϊκές ελευθερίες στη διδασκαλία, την έρευνα, την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών και την προστασία του δικαιώματος στην γνώση, τη μάθηση και την εργασία.

Οι όποιες διαφωνίες και «εντάσεις» στον ακαδημαϊκό χώρο επιλύονταν και θα επιλύονται με το ήθος του ελεύθερου διαλόγου, απαραίτητου πολιτιστικού στοιχείου της δημοκρατικής ευταξίας.

Ο νέος θεσμός των περιφερειακών Ακαδημαϊκών Συμβουλίων Ανώτατης Εκπαίδευσης και Ερευνας επανασυνδέει το Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ιδρυμα όχι μόνον με την αγορά εργασίας αλλά και με την ευρύτερη κοινωνία, προκειμένου να καταστεί καταλύτης στην επίλυση των «πάσης φύσεως» προβλημάτων.

Πρέπει ακόμα να επισημανθεί η μέριμνα για την πρόσβαση στα Μεταπτυχιακά Προγράμματα των φοιτητών που προέρχονται από τα αδύναμα οικονομικά κοινωνικά στρώματα. Δημοκρατία και κοινωνικό κράτος στην πανεπιστημιακή εκδοχή τους.

Το καταργούμενο, προσβλητικό για την ακαδημαϊκή οικογένεια, σύστημα λειτουργίας των ΑΕΙ και των ΤΕΙ (θυμάστε την υποχρέωση ακρόασης από τα «συμβούλια» των υποψηφίων κοσμητόρων και πρυτάνεων;) αποτέλεσε πολιτικά και κοινοβουλευτικά το πρώτο πείραμα «αποτελεσματικής, δήθεν, συγκυβέρνησης» στη χώρα από τη Ν.Δ, το ΠΑΣΟΚ και την Ακρα Δεξιά. Συμμαχικός σχεδιασμός και προοπτική, που ουδέποτε εγκαταλείφθηκαν έκτοτε.

Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. άργησε πολύ να νομοθετήσει τη μεγάλη δημοκρατική και κοινωνική αλλαγή στην ανώτατη εκπαίδευση. Γίνεται λόγος για αντίσταση των «θεσμών», έπειτα από συνεννόηση και συμπαράταξη με τους εμπνευστές του καταρρέοντος «παλαιού».

Το πράττει τώρα. Τα εύσημα γι’ αυτό ανήκουν στην πολιτική διοίκηση του υπουργείου Παιδείας υπό τον συνάδελφο Κώστα Γαβρόγλου, ο οποίος συνεχίζει τις αντίστοιχες προσπάθειες και νομοθετικές πρωτοβουλίες των Αριστείδη Μπαλτά, Νίκου Φίλη και Σίας Αναγνωστοπούλου.

* καθηγητής της Πολιτικής Κοινωνιολογίας, πρώην αντιπρύτανη του Πανεπιστημίου Αιγαίου