Tα χρόνια που έχω στην εκπαίδευση με έχει εντυπωσιάσει η συνέχεια -ανεξάρτητα από τις κυβερνήσεις- της απαξίωσης των εκπαιδευτικών από το υπουργείο Παιδείας.
Στην καλύτερη περίπτωση θεωρούνται απλοί και όχι και ιδιαίτερα ικανοί διεκπεραιωτές των πολιτικών που αποφασίζονται, στη χειρότερη κατηγορούνται για όλα τα δεινά της εκπαίδευσης.
Συνήθως μαθαίνουν τελευταίοι, πολλές φορές στα μέσα της χρονιάς, τις αλλαγές που υποχρεώνονται να υλοποιήσουν.
Βλέποντας ότι η συζήτηση επικεντρώνεται στην απαράδεκτη και καταδικαστέα, κατά τη γνώμη μου, επίθεση μιας εφημερίδας σε συγκεκριμένα μέλη της επιτροπής για το μάθημα της Ιστορίας και στη συντηρητική και σε πολλά σημεία αντιεπιστημονική αλλά αναμενόμενη, κατά τη γνώμη μου, τοποθέτηση της Πανελλήνιας Ενωσης Φιλολόγων (που εκπροσωπεί ένα μικρό τμήμα αυτών που διδάσκουν Ιστορία στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση) αποφάσισα να γράψω μερικές σκέψεις, γιατί θεωρώ πως χάνουμε την ουσία του προβλήματος. Θα περιοριστώ στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Ξεκινώ με μια αναφορά στη γενική κατάσταση στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, γιατί δεν μπορούμε να μιλάμε για αλλαγές στη διδασκαλία ενός μαθήματος, χωρίς να έχουμε μπροστά μας τη μεγάλη εικόνα στην εκπαίδευση.
Ενα σημαντικό κομμάτι των εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας έχασε ένα σημαντικό τμήμα των αποδοχών του, πάνω από το 1/3 τα τελευταία χρόνια, λόγω των περικοπών στους μισθούς.
Ταυτόχρονα το ωράριο των εκπαιδευτικών αυξήθηκε κατά δύο ώρες.
Για τη μεγάλη πλειονότητα το ωράριο είναι 20 ή 21 ώρες – αυτοί που εργάζονται λίγα χρόνια έχουν 23 ώρες, αλλά είναι ένα σχετικά μικρό κομμάτι, γιατί έχουν πολλά χρόνια να γίνουν νέοι διορισμοί.
Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ένας εκπαιδευτικός μπαίνει κάθε μέρα τουλάχιστον 4 ώρες στην τάξη, ενώ αρκετοί για να συμπληρώσουν το ωράριό τους διδάσκουν σε δύο ή και σε τρία σχολεία με αποτέλεσμα αναπόφευκτα να «πέφτει» η ποιότητα του εκπαιδευτικού έργου.
Το μάθημα της Ιστορίας είναι πρώτη ανάθεση κυρίως των αποφοίτων της Φιλοσοφικής, ανεξάρτητα αν έχουν τελειώσει το Ιστορικό-Αρχαιολογικό, το Φιλολογικό ή το ΦΠΨ.
Δεν συζητώ για το κατά πόσο είναι σε θέση να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις του μαθήματος -οι οποίες αυξάνονται με τις νέες προτάσεις- αυτοί που δεν έχουν ειδικότητα στην Ιστορία. (Το ίδιο ερώτημα μπαίνει και για τους αποφοίτους των Ιστορικών Τμημάτων που διδάσκουν τα υπόλοιπα «φιλολογικά» μαθήματα.)
Ακόμα και αν δεχτούμε ότι οι απόφοιτοι γενικά της Φιλοσοφικής είναι σε θέση να αντεπεξέλθουν, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν διδάσκουν ένα αντικείμενο, αλλά όλα τα «φιλολογικά» μαθήματα, γεγονός που κάνει πάρα πολύ δύσκολο να επικεντρώσουν σε ένα αντικείμενο και να είναι ενημερωμένοι για τις επιστημονικές και παιδαγωγικές εξελίξεις.
Στην πράξη βέβαια σε πάρα πολλά σχολεία το μάθημα της Ιστορίας δεν διδάσκεται από «φιλολόγους», αλλά δίνεται ως δεύτερη ανάθεση σε αποφοίτους άλλων σχολών, που διδάχτηκαν στις σχολές τους κάποια εξάμηνα Ιστορία, αλλά δεν είναι το βασικό γνωστικό τους αντικείμενο.
Οι αλλαγές στο μάθημα της Ιστορίας θα έπρεπε να παίρνουν σοβαρά υπόψη την κατάσταση που περιέγραψα.
Απαραίτητη προϋπόθεση για να απαντήσουμε στο ερώτημα «Πώς θέλουμε να διδάσκεται η Ιστορία στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση;» είναι η απάντηση στα ερωτήματα «Ποιος διδάσκει την Ιστορία;», «Ποιος είναι σε θέση να διδάσκει την Ιστορία;» και «Ποιες είναι οι απαραίτητες συνθήκες που πρέπει να εξασφαλίσουμε σε αυτόν που διδάσκει για να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις του μαθήματος;».
Αν δεν απαντήσουμε, πολύ φοβάμαι ότι, παρά τις καλές προθέσεις, οι αλλαγές στο μάθημα της Ιστορίας θα μείνουν στα χαρτιά.
Η άποψή μου είναι ότι με την υπάρχουσα κατάσταση πολλές από τις προτάσεις -με αρκετές δεν διαφωνώ- δεν είναι δυνατό να εφαρμοστούν.
Η επίκληση στο φιλότιμο των εκπαιδευτικών «που θα βάλουν πλάτη» για να περάσουν οι αλλαγές (αρκετοί εργάζονται φιλότιμα σε πολύ αντίξοες συνθήκες) ή η εύκολη κατηγορία (που διατυπώνεται ή θα διατυπωθεί) για τεμπέληδες, αμόρφωτους ή συντηρητικούς εκπαιδευτικούς (υπάρχουν και τέτοιοι) δεν μπορούν να αποτελούν άλλοθι για να μη βλέπουμε τις μεγάλες ευθύνες του κράτους για την κατάσταση στην εκπαίδευση.
ΥΓ1. Επειδή θα μου αντιτείνουν ίσως ότι θα γίνει επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, η προσωπική μου εμπειρία με έχει κάνει να είμαι πολύ επιφυλακτικός -για να το πω ευγενικά- όταν ακούω για επιμόρφωση.
Εχω όμως την απορία ποιοι εκπαιδευτικοί θα επιμορφωθούν: αυτοί που έχουν το μάθημα πρώτη ανάθεση ή αυτοί που στην πράξη το διδάσκουν έχοντάς το δεύτερη ανάθεση;
Αν επιμορφωθούν οι δεύτεροι, αναρωτιέμαι αρκεί μια επιμόρφωση για να μπορεί κάποιος να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις -και μάλιστα αυξημένες- ενός μαθήματος που δεν είναι το γνωστικό του αντικείμενο;
ΥΓ2. Στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης λειτουργούν τα πρότυπα και τα πειραματικά.
Μήπως θα ήταν πιο συνετό να δοκιμαστούν οι όποιες αλλαγές για ένα χρονικό διάστημα σε αυτά τα σχολεία (αυτός είναι εξάλλου και ο λόγος της ύπαρξής τους) και, αφού γίνει μια αποτίμηση, να επεκταθούν, με τις τροποποιήσεις/προσθήκες/βελτιώσεις που θα προκύψουν μέσα από την εφαρμογή τους, και στα υπόλοιπα;
*διδάκτορας Ιστορίας, εκπαιδευτικός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση
