Αιμιλία Σαλβάνου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αφορμή για να γραφτούν αυτές οι γραμμές στάθηκαν οι διαμαρτυρίες των εκπαιδευτικών της ειδικής αγωγής, με αφορμή το άνοιγμα του πεδίου σε συναδέλφους τους εκπαιδευτικούς που δεν έχουν αποφοιτήσει από τα τμήματα ειδικής αγωγής στη χώρα, αλλά έχουν ολοκληρώσει σεμινάρια εξειδίκευσης 400 ωρών. Το θέμα είναι κατά τη γνώμη μου ευρύτερο: δεν αφορά μόνο την ειδική αγωγή αλλά συνολικά τον τρόπο που προετοιμάζουμε τους εκπαιδευτικούς μας για τις ευθύνες και τις δυσκολίες της σχολικής πραγματικότητας.

Η εκπαιδευτική πράξη, από την πλευρά των διδασκόντων, στηρίζεται σε δύο πυλώνες – και οι δύο εξίσου απαραίτητοι για την επιτυχία της. Ο ένας αφορά την κατοχή των γνωστικών αντικειμένων που καλείται ο εκπαιδευτικός να διδάξει.

Δεν είναι δυνατόν να στέλνουμε στα σχολεία μας εκπαιδευτικούς που καλούνται να διδάξουν γνωστικά πεδία με τα οποία οι ίδιοι δεν είναι εξοικειωμένοι μέσα από πανεπιστημιακές σπουδές. Δεν νοούνται δεύτερες και τρίτες αναθέσεις μαθημάτων, δεν νοούνται ιστορικοί να διδάσκουν Λατινικά και αντίστοιχα απόφοιτοι της Γαλλικής Φιλολογίας Ιστορία.

Αντίστοιχα, δεν νοούνται δάσκαλοι στο Δημοτικό χωρίς μια σοβαρή γνώση Ελληνικής Λογοτεχνίας, Γεωγραφίας, Μαθηματικών, Ιστορίας, Φυσικής κ.λπ. Η πρακτική να «μαθαίνει» ο δάσκαλος αυτό που πρέπει να παραδώσει μέσα από τα βιβλία του καθηγητή και να επαναπαυόμαστε ως κοινωνία στη φιλοτιμία του είναι μάλλον μια πρακτική που πρέπει να αφήσουμε στο παρελθόν.

Και αυτό όχι επειδή υπάρχει έλλειμμα φιλοτιμίας, το αντίθετο, αλλά επειδή η μεθοδολογία και οι προβληματισμοί του κάθε γνωστικού πεδίου είναι ζητήματα που χρειάζεται κανείς να τα σπουδάσει για να μπορέσει να τα μεταδώσει.

Ο άλλος πυλώνας αφορά την παιδαγωγική επιστήμη και τη διδακτική των γνωστικών αντικειμένων. Πρόκειται για μια επιστήμη διαφορετική από αυτή του γνωστικού αντικειμένου, με άλλη μεθοδολογία και άλλους στόχους. Το να έχει γερές γνώσεις κάποιος στα Μαθηματικά είναι βέβαια απαραίτητη προϋπόθεση για να τα διδάξει, αλλά ταυτόχρονα αυτό δεν σημαίνει ότι ένας έξοχος μαθηματικός θα γίνει αυτόματα ένας εξ ίσου καλός δάσκαλος.

Το σχολείο είναι ένα ζωντανός οργανισμός με δυναμικές και απαιτήσεις με τις οποίες χρειάζεται να εξοικειωθεί κανείς πριν μπορέσει να προσφέρει ουσιαστικά στη λειτουργία του. Ωστόσο, προκειμένου να εξοικειωθεί κανείς με την κουλτούρα αυτή, δεν είναι δυνατόν να παλεύει ταυτόχρονα να κατακτήσει το γνωστικό αντικείμενο που τον αφορά – θα πρέπει αυτό να έχει ήδη συμβεί.

Η παιδαγωγική και η διδακτική θα πρέπει να χτίζουν πάνω σε μια επαρκή βάση του γνωστικού πεδίου και να προετοιμάζουν όσους έχουν ήδη αποφασίσει να δραστηριοποιηθούν στην εκπαίδευση. Με άλλα λόγια, χρειάζεται οι σπουδές εκπαίδευσης να αναβαθμιστούν. Μια ιδέα θα ήταν να λειτουργήσουν ενδεχομένως σε μεταπτυχιακό επίπεδο και να προετοιμάζουν τους φοιτητές τους για τις προκλήσεις της σχολικής πραγματικότητας.

Ιδανικά στις σχολές αυτές θα μπορούσαν να φοιτούν από κοινού απόφοιτοι διαφορετικών γνωστικών πεδίων που θα προετοιμάζονται τόσο για τον τρόπο που θα πρέπει να διδάξουν ο καθένας το πεδίο του όσο και το πώς να συνυπάρχουν και να συνεργάζονται με τις άλλες ειδικότητες για το κοινό πρόγραμμα της εκπαίδευσης των παιδιών.

Για να μπορέσει να υλοποιηθεί μια τέτοια πρόταση, χρειάζεται μια γενναία αναδιαμόρφωση του τοπίου των πανεπιστημιακών τμημάτων. Αλλά κυρίως χρειάζεται να μετακινηθούμε από την αντίληψη ότι ορισμένες σχολές είναι «καθηγητικές» και συνεπώς οι απόφοιτοί τους έχουν το αυτονόητο δικαίωμα να διδάξουν.

Πρόκειται για νοοτροπίες καλά εδραιωμένες, με ρίζες σε εποχές που το επάγγελμα της εκπαιδευτικού θεωρούνταν «εύκολο» και κυρίως «κατάλληλο για να κάνει η γυναίκα οικογένεια». Νοοτροπίες με βαθιές πατριαρχικές ρίζες, που απογύμνωναν τον εκπαιδευτικό από τον κρίσιμο παιδαγωγικό του ρόλο και απαξίωναν την ανάγκη ουσιαστικής παιδαγωγικής του κατάρτισης.

Για να μπορέσουμε να υπερβούμε τέτοιου είδους αναχρονιστικές και αντιπαιδαγωγικές αντιλήψεις, θα πρέπει να αναδιαμορφώσουμε εκ βάθρων το εκπαιδευτικό τοπίο. Δεν αρκούν πιστοποιήσεις «παιδαγωγικής επάρκειας» από τα πανεπιστημιακά τμήματα που θεραπεύουν άλλες επιστήμες.

Δεν έχουν λειτουργήσει και πιθανότατα δεν θα λειτουργήσουν στο μέλλον, αφού εξ ορισμού, και σωστά κατά τη γνώμη μου, το ενδιαφέρον στα τμήματα αυτά είναι στραμμένο στην έρευνα και είναι αυτή για την οποία ενδιαφέρονται και την οποία θεραπεύουν. Χρειάζεται, για όσους αποφασίσουν να ακολουθήσουν το επάγγελμα του εκπαιδευτικού, η παιδαγωγική να μπει στο κέντρο της εκπαίδευσής τους, αφού ολοκληρώσουν τις αρχικές τους σπουδές.

Και μετά, ας υπάρχει εξειδίκευση μέσα στις σχολές αυτές, είτε σε ό,τι αφορά το γνωστικό αντικείμενο καθ’ αυτό, είτε στο αν θα διδάξουν στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, είτε αν θα είναι εκπαιδευτικοί ειδικής αγωγής, γενικής αγωγής ή εκπαιδευτικοί σε διαπολιτισμικά σχολεία ή σε τμήματα ένταξης.

Αν δεν αποτολμήσουμε τέτοιου μεγέθους γενναίες αλλαγές, θα είμαστε καταδικασμένοι να συζητάμε για τα «θιγμένα» επαγγελματικά δικαιώματα μικρότερων ή μεγαλύτερων ομάδων και να γινόμαστε μάρτυρες της ανάπτυξης κοινωνικών αντανακλαστικών ανθρωποφαγίας.

* ιστορικός