Το πρωί, είμαστε συνήθως σιωπηλοί. Περπατάμε στον δρόμο για να πάμε στη δουλειά ή σε κάποια άχαρη υποχρέωση.
Ομως, πάνω από την προστασία των προσωπικών μας «τοίχων» εισβάλλει καμιά φορά ένα αναπάντεχο ερέθισμα που μας τραβάει έξω, στη ζωή. Τη ζωή όλων μας που είναι συνυφασμένη με χαρές, λύπες, αισθήματα, ελπίδες, ονειροπολήματα, επιθυμίες.
Ετσι, το τραγούδι που άκουγα στον σχετικά άδειο δρόμο από κίνηση, με τη μυρωδιά των ανθισμένων νεραντζιών ακόμα πιο έντονη από την ανοιξιάτικη μπόρα, μ’ έκανε να ψάξω το παράθυρο από το οποίο ακουγόταν η φωνή του Καζαντζίδη: «Να σου δώσω μια να σπάσεις, αχ βρε κόσμε γυάλινε…».
Μάλλον όχι του Καζαντζίδη ακριβώς, αλλά την παθιασμένη φωνή της γυναίκας που τον σκέπαζε τραγουδώντας δυνατά.
Είχα καιρό να ακούσω μουσική από ανοιχτό παράθυρο. Πόσο μάλλον Καζαντζίδη.
Αν ήμουν στη Θεσσαλονίκη δεν θα μου έκανε εντύπωση. Η φωνή του μεγάλου τραγουδιστή ακούγεται συχνότερα από παράθυρα και μαγαζιά που έχουν μόνιμα συντονισμένους τοπικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς.
Σταμάτησα για λίγο κάτω από το ανοιχτό παράθυρο του ισογείου. Να πάρω μια ανάσα για τη συνέχεια.
Το τραγούδισμα των κουπλέ ήταν πιο «ήσυχο», αλλά στο ρεφρέν τα έδινε όλα. Εκανε τις δουλειές του σπιτιού;
Μπορεί να μαγείρευε ή να καθάριζε. Για να τραγουδάει τόσο δυνατά μάλλον θα είναι μόνη αυτή την ώρα.
Ελεύθερη να συντονιστεί με τη δύναμη της φωνής του τραγουδιστή. Να εκφράσει με πάθος τους στίχους αφού οι λέξεις «κοινωνία άλληνε» ακούγονταν σαν σύνθημα σε διαδήλωση.
Ενα χέρι ξεπρόβαλε μια στιγμή από το παράθυρο τινάζοντας ένα ρούχο.
Συνέχισα τον δρόμο μου. Αρχισα να σιγοτραγουδώ τον «Γυάλινο κόσμο».
Αυτόν τον κόσμο που αν είχαμε δύναμη θα μπορούσαμε να αλλάξουμε.
«Είμαστε αληθινά αδύναμοι;», αναρωτιέμαι. Ή μήπως βυθιζόμαστε ολοένα και περισσότερο σε μια ψεύτικη παραδοχή τόσο απογοητευμένοι ώστε να αντιδράσουμε;
Ξέρω πως σε λίγο οι φωνές της πόλης, χίλιες δυο φωνές δυνατές, αλυσοδεμένες μεταξύ τους, θα συνέθεταν το συνεχές μουρμουρητό που ακούμε κάθε μέρα.
Θα σκεπάσει τον Καζαντζίδη, θα σκεπάσει τις μοναχικές φωνές των ανοιχτών παράθυρων.
Θα μπούμε στο παραπλανητικό παιχνίδι της καθημερινότητας και την εύθραυστη συνύπαρξη των πεπρωμένων μας που περνούν ξυστά το ένα από το άλλο.
Θέλω να πιστεύω όμως πως αυτή την άνοιξη θα είναι πολύ περισσότερα τα «ανοιχτά παράθυρα».
Δεν έχουμε παρά να σταθούμε για λίγο και ν’ ακούσουμε το τραγούδι.
