Στις 25 Μαρτίου 1957, μέρα ηλιόλουστη, η στρατιωτική παρέλαση στην Αθήνα για την επέτειο της κήρυξης της Επανάστασης του 1821 επιβεβαίωνε, αν και δεν ήταν απαραίτητο, τον πατριωτισμό των Ελλήνων και την αγωνιστική διάθεσή τους για προκοπή.
Αυτό υπογράμμιζε το πρακτορείο Ρόιτερ σε εκτενή ανταπόκρισή του στον ευρωπαϊκό Τύπο.
Την ίδια μέρα, η θερμοκρασία στην Αιώνια Πόλη έφτανε τους 18 βαθμούς Κελσίου, η ταχύτητα του ανέμου δεν υπερέβαινε τα 7 χλμ. την ώρα, οι κοντυλοφόροι ήταν έτοιμοι για την υπογραφή της Συνθήκης της Ρώμης, αναγγέλλοντας έτσι τη γέννηση του όντος που είχε συλληφθεί ως Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης και το οποίο φέρει σήμερα το όνομα Ευρωπαϊκή Ενωση.
Παλαιοί άσπονδοι εχθροί και νέοι φίλοι, δηλαδή η Γερμανία, η Γαλλία, το Βέλγιο, η Ολλανδία, η Ιταλία, το Λουξεμβούργο, χώρες εκπροσωπούμενες από διεθνώς αναγνωρισμένες ηγετικές φυσιογνωμίες, που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο αναζητούσαν με ειλικρίνεια ένα μέλλον ειρήνης, αλληλεγγύης και προόδου στη Γηραιά Ηπειρο, μετά το Ολοκαύτωμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, πρόσεχαν να στεγνώσει η υπογραφή τους στην τελευταία λευκή σελίδα της Συνθήκης.
Το πρακτορείο Ρόιτερ εκτιμούσε πως επρόκειτο για ένα ασήμαντο γεγονός που δεν ενδιέφερε τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων.
Λέγεται πάντως πως ο υπουργός Εξωτερικών του Βελγίου Πολ-Ανρί Σπάακ, γνωστός για τη σοβαρότητά του, πρόεδρος της επιτροπής για τη σύνταξη των βασικών κειμένων της Συμφωνίας της Ενωσης, σφράγισε την τελευταία συνεδρίαση τραγουδώντας το πασίγνωστο ναπολιτάνικο παραδοσιακό τραγούδι «O sole mio».
Δεν ήταν εκεί για να τον ακούσει ο κύριος Μπέθερτον, παρατηρητής εκ μέρους του Ηνωμένου Βασιλείου, ο οποίος είχε αναχωρήσει βαριεστημένος και είχε συντάξει κιόλας την αναφορά του προς την κυβέρνησή του, σημειώνοντας: «Από εδώ δεν θα βγει τίποτα. Και αν βγει δεν θα λειτουργήσει».
Η Ιστορία έχει διατηρήσει το όνομα του κυρίου Σπάακ και έχει ξεχάσει το όνομα του κυρίου Μπέθερτον.
Τέτοια λάθη γίνονται και αναγνωρίζονται μετά την παρέλευση χρόνων.
Η Ιστορία λοιπόν θα έπρεπε να είχε σημειώσει ότι από το 1957 ώς το 2017, επί εξήντα συναπτά έτη, η υπόθεση της Ευρώπης με σκοπό την ένωσή της δεν έπαψε να ταλαντεύεται ανάμεσα στις λαμπερές ακτίνες του «O sole mio» και τις άοκνες προσπάθειες προς παραμερισμό της αποτυχίας.
Δίκαιο είναι να τονίσουμε πως υπήρξε μια εποχή Σπάακ ανάπτυξης, ευημερίας, προόδου, διεύρυνσης, ελευθερίας μετακινήσεων και οικονομικών συναλλαγών, διεκδικήσεων αξιοπρέπειας και λογοδοσίας, εορτασμών και εναγκαλισμών που έτυχαν της προσοχής του πρακτορείου Ρόιτερ.
Αλλο τόσο δίκαιο είναι να υποστηρίξουμε πως η εποχή Μπέθερτον δεν καθυστέρησε.
Η ώρα της δόξας της έφτασε έπειτα από συστηματικούς συμβιβασμούς στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή, με πραγματικό παραμερισμό των αρχών της Συνθήκης, με λαχάνιασμα στην ανάπτυξη, με ανάδειξη εθνικισμών που ως Νάρκισσοι θαυμάζουν τον αντικατοπτρισμό τους στις θολές πηγές των πολιτικών παραλογισμών, οι οποίοι εξακολουθούν να αποκαλούνται «φασισμός» ή «ναζισμός», παρ’ όλο που είναι κακέκτυπα εκείνου του παρελθόντος και, εξ αυτού του λόγου, περισσότερο δηλητηριώδη και επικίνδυνα, επειδή ανθίζουν εντός των μελών που συγκροτούν την Ευρώπη, εντός των φιλελεύθερων δημοκρατιών της και όχι έξω από αυτές όπως τότε.
Δεν μπορεί να υποστηριχθεί πως το λιγόλογο σχόλιο του κυρίου Μπέθερτον ήταν ο οιωνός ενός προφήτη.
Η Ευρώπη του 1957 ήταν ήδη μια γηραιά κυρία που είχε απολαύσει λάγνους έρωτες επί πέντε αιώνες, είχε εξαντλήσει τις χάριτές της και δεν επρόκειτο να γίνει εκ νέου αντικείμενο σφοδρού πάθους.
Αρχιζε το ξεπούλημα των χρυσαφικών της, άρχιζε να επιδεικνύει το γεροντικό πείσμα της, καθώς όσο και αν είχε αναλαμπές, όσο και αν ερχόταν στα μέτρα θαυμαστών, οι οποίοι έτρεφαν την προσδοκία αναστήλωσης, συντήρησης και αξιοποίησης του μεγαλείου της, δεν άφηναν πίσω τους κληρονόμους, συνεπείς συνεχιστές του έργου τους.
Οι προσωπικότητες που υπέγραψαν τη Συνθήκη της Ρώμης, άνθρωποι του τέλους του 19ου αιώνα, άνθρωποι που είχαν γνωρίσει δύο παγκόσμιους πολέμους, την Οκτωβριανή Επανάσταση, το Αουσβιτς και το Νταχάου, το Ναγκασάκι και τη Χιροσίμα, παρέδωσαν τα όνειρά τους σε επιγόνους που ο χρόνος και οι εξελίξεις, οικονομικές, κοινωνικές, τεχνολογικές, απομάκρυναν από τα θέσφατα του Διαφωτισμού, της Διεθνούς, της πίστης σε αρχές, πάντα ανολοκλήρωτες, αλλά πάντα υποχρεωτικές.
Η Ευρώπη, ενωμένη λιγότερο ή περισσότερο, δεν έχει σκοπό να πεθάνει.
Θα έχει τα ταλαίπωρα γηρατειά μιας όλο και λιγότερο αναγνωρίσιμης φτιαξιάς.
Θα έχει τη θλιβερή υποχρέωση να γιορτάζει κάθε χρόνο έναν χρόνο παραπάνω στα εξήντα έτη που βαραίνουν τις πλάτες της.
Και το πρακτορείο Ρόιτερ θα κάνει, ως οφείλει, λόγο για ένα ασήμαντο γεγονός.
