Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα γνωρίζουν αρκετά γύρω από την δραματική, όπως εξελίχτηκε, καταστροφή της Πομπηίας, που συνέβη στις 24 Αυγούστου του 79 μ.Χ.

Τα ερείπια της Πομπηίας είναι παγκοσμίως γνωστά, με εκατομμύρια επισκεπτών ετησίως. Σχετικά λίγοι, όμως, γνωρίζουν πως την ημέρα που εξερράγη ο Βεζούβιος κατέστρεψε και μια άλλη πόλη, το διπλανό Herculaneum. Τα ερείπια της τελευταίας, εξαιρετικά καλά διατηρημένα, μας δείχνουν ότι κάποτε ήταν κι αυτή ευημερούσα πόλη.

Ενώ η Πομπηία θάφτηκε γρήγορα από ένα πέπλο δηλητηριώδους τέφρας, το Ερκουλάνουμ  καταστράφηκε περισσότερο από δώδεκα ώρες αργότερα, όταν το σύννεφο που προέκυψε από την έκρηξη άρχισε σιγά-σιγά να καθιζάνει, ρίχνοντας κάτω μεγάλη ποσότητα  αποπνικτικής τέφρας, ελαφρόπετρα και ηφαιστειακά  αέρια με ταχύτητα που έφτανε κάπου στα ενενήντα χιλιόμετρα ανά ώρα.

Τα απόβλητα του ηφαιστείου που έπεσαν στο Ερκουλάνουμ, έφτασαν στην ανθηρή πόλη μέσα σε πέντε λεπτά της ώρας με θερμοκρασίες που ίσως ξεπερνούσαν και τους 760 βαθμούς Κελσίου.

Έτσι ολόκληρη η πόλη καταστράφηκε γρήγορα και ολοκληρωτικά και θάφτηκε κάτω από λάβα και τέφρα πάχους περίπου είκοσι μέτρων, μέσα σε λίγες ώρες. Αν και τα ερείπια της Πομπηίας, όμως, είναι περισσότερο δημοφιλή, εκείνα του Ερκουλάνουμ είναι  καλύτερα διατηρημένα.

Το ξύλο, όμως, που είχε χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή της πόλης, απανθρακώθηκε,  λόγω της υψηλής θερμοκρασίας,  αμέσως. Τα ερείπια του Ερκουλάνουμ ήρθαν στο φως στις αρχές του 18ου αιώνα από τους εργάτες που έσκαβαν με σκοπό την κατασκευή ενός πηγαδιού.

Κοντά στο τέλος του προηγούμενου αιώνα έγινε γνωστή η σημασία του ευρήματος και έτσι ξεκίνησε η σοβαρή ανασκαφή του αρχαιολογικού χώρου. Αυτές οι πρώιμες προσπάθειες να σκάψουν και φέρουν στο προσκήνιο την πόλη, βρέθηκαν σε κίνδυνο όταν μερικές σήραγγες και υποστυλώματα   κατέρρευσαν. Σήμερα, ένα μεγάλο μέρος της αρχαίας πόλης είναι ακόμα θαμμένο κάτω από τόνους ερειπίων. 

Ερκουλάνουμ: Ένας ακόμα θαμμένος θησαυρός

Πριν από την έκρηξη του αθώου για αιώνες Βεζούβιου, το Ερκουλάνουμ ήταν μία ήσυχη ρωμαϊκή πόλη, με στενά δρομάκια που φιλοξενούσαν μικρές εμπορικές επιχειρήσεις και κατοικίες ανθρώπων.

Καρότσια και άμαξες δεν επιτρέπονταν στον κεντρικό δρόμο, όπου περπατούσαν οι άνθρωποι πηγαίνοντας στις δουλειές τους. Τα περισσότερα από τα πεζοδρόμια καλύπτονταν με στεγάσματα για την προστασία των κατοίκων  από τις κακές καιρικές συνθήκες, όπως τον ήλιο και τη βροχή.

Τεχνητά κανάλια έφερναν νερό από το βουνό που έπρεπε πρώτα να φιλτραριστεί και αποθηκευτεί σε δημόσιο  υδραγωγείο της πόλης, από το οποίο διανεμόταν μέσω ένα πολύπλοκου συστήματος υδραυλικών εγκαταστάσεων στα σπίτια της πόλης, τις επιχειρήσεις, τα λουτρά και τις κρήνες. Όλες οι ευημερούσες ρωμαϊκές πόλεις της εποχής, άλλωστε, είχαν πολύπλοκα συστήματα   που διένεμαν με έξυπνο και αποτελεσματικό τρόπο το πολύτιμο νερό στην κοινότητα.

Τα πολυτελή δημόσια λουτρά που βρίσκονταν σε χρήση, χρησιμοποιούνταν εκτός της βασικής  αποστολής και για τη σύσφιξη των κοινωνικών σχέσεων των πολιτών και απαιτούσαν τεράστιες ποσότητες νερού καθημερινά για να λειτουργήσουν.

Αυτά τα λουτρά ήταν ανοιχτά και προσβάσιμα σε όλους και τα επισκέπτονταν οι περισσότεροι πολίτες συνήθως μια φορά την ημέρα.

Πέραν των άλλων, τα ρωμαϊκά λουτρά αντιπροσώπευαν και τον πλούτο των πόλεων. Τα λουτρά  του Ερκουλάνουμ ήταν περίτεχνα, με ψηφιδωτά, σκαλιστές και ζωγραφισμένες τοιχογραφίες να διακοσμούν τους τοίχους.

Σιντριβάνια από μάρμαρο και μικρές λιμνούλες, με εξαίσια πλακάκια και όμορφα σκαλιστά αγάλματα κάποιες φορές  αύξαναν  το μεγαλείο αυτών των δημιουργημάτων. Την επίσκεψη στα δημόσια λουτρά, για τους άντρες, προηγείτο μια προπόνηση στο γυμναστήριο. 

Ερκουλάνουμ: Ένας ακόμα θαμμένος θησαυρός

Όλοι οι επισκέπτες στο λουτρό σαπουνίζονταν με ελαφρόπετρα και ελαιόλαδο, απολεπίζονταν και στη συνέχεια οδηγούνταν  σε χώρο με πυκνούς  ατμούς. Από εκεί σε ένα ζεστό χώρο και, τέλος, στο κρύο δωμάτιο, όπου στέγνωναν και έτσι ολοκλήρωναν  την επίσκεψή τους.

Οι κάτοικοι στο Ερκουλάνουμ συγκεντρώνονταν σε μια τεράστια αρένα για να παρακολουθήσουν αθλητικά γεγονότα. Η αρένα που ανακαλύφθηκε στην πόλη είναι μεγάλη όσο ένα σύγχρονο οικοδομικό τετράγωνο. Η παλαίστρα (κύρια αίθουσα) στέγαζε ένα υπέροχο άγαλμα του Ηρακλή, του οποίου το όνομα πήρε η πόλη.

Το Ερκουλάνουμ είναι μία από τις λίγες αρχαίες πόλεις που μπορεί τώρα να δει κάποιος και μάλιστα κατά ένα μεγάλο μέρος στην αρχική της μεγαλοπρέπεια, όπως ήταν δηλαδή πριν από την έκρηξη του Βεζούβιου το 79 μ.Χ. που την έθαψε ολοκληρωτικά.

Εκτός από πολλά διατηρημένα ξύλινα και άλλα οργανικά  αντικείμενα, όπως στέγες, κρεβάτια, πόρτες και τρόφιμα, τα τελευταία χρόνια εντελώς αναπάντεχα ανακαλύφτηκε μεγάλος αριθμός σκελετών κατά μήκος της ακτής, δεδομένου ότι όλοι πίστευαν μέχρι τότε ότι η πόλη είχε εκκενωθεί από τους κατοίκους της!

Το Ερκουλάνουμ ήταν  πλουσιότερη πόλη από την ξακουστή Πομπηία, και διέθετε  όμορφα σπίτια με πολύ πιο πλούσια χρήση χρωματιστών μαρμάρων επένδυσης. Η αρχαία παράδοση που συνδέει την πόλη Ερκουλάνουμ (Herculaneum) με το όνομα του Έλληνα ήρωα Ηρακλή (Hercules στα λατινικά και στη ρωμαϊκή μυθολογία), αποτελεί ένδειξη ότι η πόλη ήταν ελληνικής καταγωγής, αν και υπάρχουν ενδείξεις πως κάποιες φυλές της ιταλικής χερσονήσου έφτασαν έως εδώ στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ.

Λίγο μετά, η πόλη τέθηκε υπό ελληνική κυριαρχία και χρησιμοποιήθηκε ως εμπορικός σταθμός, λόγω της εγγύτητάς της προς τον Κόλπο της Νάπολης. Οι Έλληνες ονόμασαν την πόλη Ηράκλειον (Heraklion). Τον 4ο αιώνα π.Χ., το Herculaneum και πάλι τέθηκε υπό την κυριαρχία της φυλής των Σαμνιτών.

Η πόλη παρέμεινε υπό τον έλεγχό τους μέχρι που έγινε ρωμαϊκή πια στα 89 π.Χ., αλλά δέκα χρόνια μετά, το 79 μ.Χ., με την έκρηξη του Βεζούβιου θάφτηκε κι αυτή αλύπητα κάτω από τις στάχτες και τις πέτρες.

Ερκουλάνουμ: Ένας ακόμα θαμμένος θησαυρός

Απλώνεται σε μεγάλο βαθμό ανέπαφη με δρόμους, πηγάδια, σπίτια  και υπόγειες σήραγγες που έγιναν σταδιακά ευρύτερα γνωστά, ιδίως μετά από κάποιες  ανασκαφές που άρχισαν στις αρχές της δεκαετίας του 1700.

Οι ανασκαφές συνεχίστηκαν σποραδικά μέχρι τις μέρες μας και σήμερα πολλοί δρόμοι και κτίρια είναι ορατά στους επισκέπτες, αν και πάνω από το 75% της πόλης παραμένει ακόμα θαμμένη και ανεξερεύνητη.

Οι κάτοικοι λάτρευαν πάνω απ’ όλα τον Ηρακλή, ο οποίος πίστευαν πως ήταν ο  ιδρυτής τόσο της πόλης τους, όσο και του διπλανού Βεζούβιου. Άλλες σημαντικές θεότητες που λατρεύονταν εκεί, ήταν η Αφροδίτη και ο Απόλλωνας.

Ερκουλάνουμ: Ένας ακόμα θαμμένος θησαυρός

Η καταστροφική έκρηξη του ηφαιστείου του Βεζούβιου συνέβη το απόγευμα της 24ης Αυγούστου 79 μ.Χ. Επειδή ο Βεζούβιος ήταν αδρανής για περίπου οκτακόσια χρόνια, δεν αποτελούσε κίνδυνο για την πόλη ως ηφαίστειο.

Η λεπτομερειακή πορεία της έκρηξης, έγινε γνωστή από τις αρχαιολογικές ανασκαφές και τις δύο επιστολές του Πλίνιου του Νεότερου προς τον Ρωμαίο ιστορικό Τάκιτο. Γύρω στις μία το μεσημέρι, στις 24 Αυγούστου, ο Βεζούβιος άρχισε να ξερνάει σκορπίζοντας ηφαιστειακή τέφρα και πέτρες  χιλιάδες μέτρα ψηλά στον ουρανό

 Όταν έφτασε στα ψηλότερα στρώματα της τροπόσφαιρας και στο όριο μεταξύ αυτής και της στρατόσφαιρας, δεκαπέντε περίπου έως είκοσι χιλιόμετρα πάνω από την επιφάνεια της γης, η κορυφή του νέφους ισοπεδώθηκε, με αποτέλεσμα ο Πλίνιος για να περιγράψει το όλο δημιουργηθέν συμβάν στον Τάκιτο, όπως ένα δέντρο κουκουναριάς.

Οι άνεμοι που επικρατούσαν τη δεδομένη στιγμή με κατεύθυνση  προς τα νοτιοανατολικά, είχαν ως αποτέλεσμα το ηφαιστειακό υλικό να οδηγηθεί και να πέσει κυρίως στην πόλη της Πομπηίας και στις  γύρω περιοχές. Επειδή το Ερκουλάνουμ βρίσκεται προς τα δυτικά του Βεζούβιου, ελάχιστα επηρεάστηκε από την πρώτη φάση της έκρηξης. 

Ενώ οι στέγες στην Πομπηία κατέρρευσαν κάτω από το βάρος της πτώσης των συντριμμιών, μόνο μερικά εκατοστά τέφρας έπεσε εδώ  προκαλώντας μικρές ζημιές, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι κάτοικοι να προλάβουν να φύγουν.

Κατά τη διάρκεια της επόμενης νύχτας, η στήλη που είχε ήδη ανεβεί στη στρατόσφαιρα έπεσε επάνω στο Βεζούβιο και στις πλαγιές του. Το πρώτο πυροκλαστικό κύμα, που σχηματίστηκε από το μίγμα τέφρας και θερμών αερίων, κινήθηκε προς την σχεδόν άδεια πόλη του Ερκουλάνουμ με ταχύτητα 160 χλμ/ώρα, χτυπώντας την γρήγορα, και έθαψε τα κτίρια της πόλης, προκαλώντας μικρές μόνο ζημιές και διατηρώντας τις αρχιτεκτονικές δομές, τα αντικείμενα και τα δυστυχή θύματα, σχεδόν ανέπαφα.

Οι πρόσφατες διεπιστημονικές έρευνες για τις θανατηφόρες επιπτώσεις των πυροκλαστικών κυμάτων στην περιοχή του Βεζούβιου έδειξαν ότι στην περιοχή της Πομπηίας και του Ερκουλάνουμ η μεγάλη ζέστη ήταν η κύρια αιτία θανάτου των ανθρώπων, αλλά και αρκετοί όμως είχαν χάσει προηγουμένως τη ζωή τους λόγω ασφυξίας από την τέφρα.

Η θερμοκρασία των τουλάχιστον 250 °C που αναπτύχθηκε, ακόμη και στην  απόσταση των δέκα χιλιομέτρων από το σημείο εξόδου, ήταν αρκετή για να προκαλέσει το ακαριαίο θάνατο όλων των κατοίκων, ακόμα και αν ήταν προστατευμένοι μέσα σε κτίρια.

Μετά από κάποιες παράνομες διανοίξεις σηράγγων που προηγήθηκαν, η σημαντική προσπάθεια ανασκαφής άρχισε στο σύγχρονο Ερκολάνο το 1738, από τον στρατιωτικό μηχανικό Rocque Joaquin de Alcubierre (1702 – 1780) του ισπανικού στρατού.

Προς τα τέλη του 18ου αιώνα, άρχισαν να εμφανίζονται στο Ερκολάνο τμήματα από κομψές επιπλώσεις, διακοσμητικές τοιχογραφίες καυστήρες και φλιτζάνια του τσαγιού.

Ωστόσο, η ανασκαφή εδώ σταμάτησε όταν ανακαλύφθηκε  η κοντινή πόλη της Πομπηίας, ήταν σημαντικά πιο εύκολο να ανασκαφεί, λόγω του λεπτότερου (τέσσερα μέτρα) στρώματος των συντριμμιών και των μπάζων που κάλυπταν την περιοχή, σε αντίθεση με  τα είκοσι μέτρα που έθαψαν το Ερκουλάνουμ.

Στον εικοστό αιώνα, οι ανασκαφές στην πόλη για άλλη μια φορά ξεκίνησαν και πάλι. Ωστόσο, πολλά δημόσια και ιδιωτικά κτίρια, συμπεριλαμβανομένου του συγκροτήματος του φόρουμ, δεν έχουν ακόμη έρθει στην επιφάνεια.

Το 1981, στο πλαίσιο των ανασκαφών του Giuseppe Maggi, βρέθηκαν περισσότεροι από 55 σκελετοί (30 ενήλικες άρρενες, 13 ενήλικες γυναίκες και 12 παιδιά) στην παρακείμενη παραλία και μέσα σε υπολείμματα από βάρκες.  

Ερκουλάνουμ: Ένας ακόμα θαμμένος θησαυρός

Επειδή οι παλαιότερες ανασκαφές αποκάλυψαν λίγους μόνο σκελετούς, ειπώθηκε αρχικά ότι ήταν πολύ πιθανό σχεδόν όλοι οι κάτοικοι να είχαν καταφέρει να διαφύγουν, αλλά αυτή η εκπληκτική ανακάλυψη οδήγησε σε αλλαγή της επικρατούσας άποψης.

Οι τελευταίοι εκείνοι κάτοικοι που περίμεναν για διάσωση από τη θάλασσα, σκοτώθηκαν ακαριαία από την έντονη θερμότητα, παρά το γεγονός ότι ήταν προφυλαγμένοι από την άμεση επίδραση του θερμού κύματος.

Η μελέτη των στάσεων των θυμάτων και των   σκελετών τους, δείχνουν ότι το πρώτο κύμα προκάλεσε τον στιγμιαίο θάνατο ως αποτέλεσμα του κεραυνοβόλου σοκ λόγω της υψηλής θερμοκρασίας των περίπου 500 °C.

Η έντονη θερμότητα είναι ολοφάνερο προκάλεσε την σύσπαση των χεριών και των ποδιών τους και ενδεχομένως προκάλεσε μερικά κατάγματα των οστών και των δοντιών. Η χημική ανάλυση των λειψάνων στη συνέχεια, οδήγησε σε μεγαλύτερη κατανόηση της υγείας και της διατροφής του πληθυσμού του Ερκουλάνουμ.

Η Αμερικανίδα ανθρωπολόγος και κλασική αρχαιολόγος Sara C.Bisel (1932–1996), διαδραμάτισε εξέχοντα ρόλο στην επιστημονική έρευνα των θυμάτων του Ερκουλάνουμ.

Η πρωτοποριακή εργασία της στην φυσική και χημική ανάλυση των σκελετών, μας έδωσε νέες γνώσεις όσον αφορά  τη διατροφή και την υγεία των αρχαίων λαών.

Έτσι ποσότητες μολύβδου βρέθηκαν σε ορισμένους  σκελετούς, γεγονός  που οδήγησε κάποιους να θεωρήσουν ως αίτιο του θανάτου τους  τη δηλητηρίαση από μόλυβδο. Η παρουσία κάποιων ουλών στα οστά της πυέλου, ίσως να μπορεί να δώσει κάποια ένδειξη του αριθμού των παιδιών που γέννησε κάθε μια γυναίκα.

Έγιναν κάποια εκμαγεία των σκελετών, επίσης, για να αντικαταστήσουν τα πρωτότυπα οστά μετά από μελέτη και επιστημονική τεκμηρίωση.

Σε αντίθεση με την Πομπηία, όμως, όπου τα εναπομείναντα εκμαγεία που μοιάζουν αρκετά με τα χαρακτηριστικά του σώματος των θυμάτων παρήχθησαν από την πλήρωση των αποτυπωμάτων του σώματος με γύψο, το σχήμα των πτωμάτων στο Ερκουλάνουμ  δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί, λόγω της ταχείας εξάτμισης και της αντικατάστασης της σάρκας των θυμάτων από τη θερμή  τέφρα.

Ωστόσο, ενώ για πάνω από 1600 χρόνια τα υπολείμματα διατηρήθηκαν σε καλή κατάσταση καλυμμένα από τη στάχτη και τα ερείπια, όταν άρχισαν οι ανασκαφές, η έκθεσή τους στις σημερινές συνθήκες  και τον ατμοσφαιρικό αέρα, πυροδότησε και την αργή διαδικασία της φθοράς.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και υπό τη διεύθυνση της προαναφερθείσας Αμερικανίδας αρχαιολόγου Sara C.Bisel, η διατήρηση των σκελετικών λειψάνων ήταν υψηλή προτεραιότητα. Τα απανθρακωμένα λείψανα των οργανικών υλικών, όταν εκτέθηκαν στον αέρα, επιδεινώθηκαν σε λίγες μέρες και πολλά από τα ανθρώπινα και υλικά υπολείμματα καταστράφηκαν ανεπανόρθωτα.

Σε αυτό συνετέλεσε αναμφίβολα ο τουρισμός και ο βανδαλισμός καθώς και η ζημιά λόγω των υδάτων που προέρχονται από τη σύγχρονη πόλη του Ερκολάνο που υπονόμευσε πολλά από τα θεμέλια των παλιών κτιρίων.

Σήμερα αναζητούνται επειγόντως κονδύλια ώστε να συνεχιστούν οι ανασκαφές που έχουν προσωρινά διακοπεί, προκειμένου να σωθεί η παλιά πόλη. Ένας μεγάλος αριθμός αντικειμένων από το παλιό Herculaneum, σώζεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Νάπολης.