Το κεντρικό σοκάκι της Αίγινας λούζεται από το φως του μεσημεριού. Οι ηλικιωμένες γυναίκες που κάθονται στο πέτρινο πεζούλι ακουμπούν η μία την άλλη. Δεν φτάνει να μιλούν, πρέπει και να σκουντιούνται για να δίνουν έμφαση στα λόγια τους. Μου φαίνεται πως αν κατά λάθος σπρώξω τη μία, θα πέσουν και οι υπόλοιπες, σαν ντόμινο. Οι τουρίστες τις φωτογραφίζουν και εκείνες γελάνε σαν μικρά κοριτσάκια.
Σκέφτομαι πως θα μπορούσα να κάτσω κι εγώ μαζί τους για λίγο. Να δω τον κόσμο που περνάει. Να μην είμαι αυτή που περνάει. Να αφεθώ στη συντροφιά τους δίχως να βιάζομαι να πάω κάπου. Για τι πράγμα μιλάνε; Για τη σύνταξη, την τιμή των ειδών καθημερινής χρήσης, την αξιολόγηση, τα κοινωνικά δίκτυα; Για τη Ρώμη και τα 60 χρόνια της Ευρωπαϊκής Ενωσης;
Ή μήπως όλα αυτά δεν τους λένε τίποτα; Μήπως μιλάνε γι’ αυτή τη γάτα που λιάζεται δίπλα τους με τα μικρά της γύρω; Για τον καιρό που ανοίγει και θα έρθει επιτέλους κόσμος στο νησί; Για τις φιστικιές στο διπλανό περιβόλι που θέριεψαν και βαραίνουν τα κλαδιά τους από τους λαχταριστούς καρπούς;
Δεν θα μπορούσα να χαλάσω την ατμόσφαιρα της συντροφιάς τους. Για τι άραγε θα μπορούσα να τους μιλήσω; Δεν μπορώ να τους πω ότι ο κόσμος που ζούμε γίνεται όλο και πιο ακατανόητος, ότι οι ανθρώπινες πράξεις είναι όλο και πιο παράξενες. Δεν θα μπορούσα να τους μιλήσω για τον φόβο -κι ας λένε όλοι πως δεν φοβούνται- που σπέρνουν οι τρομοκράτες. Για το Λονδίνο, για τη Συρία, για την Υεμένη, για τα πέντε παιδιά που ήταν ανάμεσα στους εννιά πρόσφυγες που πνίγηκαν προχθές.
Δεν θέλω να τους μιλήσω γι’ αυτά, έτσι όμορφες και γαλήνιες που κάθονται η μία δίπλα στην άλλη σ’ αυτό το πεζούλι. Με τη «συντροφιά ανάμεσά τους». Δίπλα στη μαμά γάτα. Κοντά στις πλούσιες, φορτωμένες καρπούς φιστικιές. Στο σοκάκι της Αίγινας. Τόσο κοντά στην Αθήνα.
Τόσο μακριά από τη Ρώμη. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να επιβραδύνω το βήμα μου. Να πατήσω πάνω στις σκούρες κηλίδες που ζωγραφίζει στον δρόμο η σκιά των δέντρων και οδηγούν μέχρι τη θάλασσα. Αυτή η μέρα, η 25η Μαρτίου του Ευαγγελισμού, έτσι αργά και «ανθρώπινα» όπως κυλάει, κάνει το νησί να μοιάζει σαν ένα κομμάτι της γης του παραδείσου.
