Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τους αγαπήσαμε πολύ τους «ποιητές της ήττας». Τους ποιητές που άγγιξαν τις πιο μύχιες πτυχές της καρδιάς μας. Βρεθήκαμε μαζί στα δωμάτια της μοναξιάς τους.

Καθίσαμε δίπλα τους στο τραπέζι των χαμένων. Μας πήραν απ’ το χέρι και περπατήσαμε τη νύχτα σε δρόμους παλιούς, σε καιρούς ταραγμένους.

Με ένα δικό τους στίχο στο μυαλό, εξηγήσαμε αρκετές φορές πολλά από αυτά που συμβαίνουν σήμερα.

Σκέφτομαι πως τα καταφέραμε, τον «πηδήξαμε και τούτον το χειμώνα». Ομως ήταν δύσκολος, σκληρός χειμώνας αυτός που πέρασε.

Το προσφυγικό και οι εικόνες πολέμου απίστευτης φρίκης άφησαν πάνω του βαρύ το αποτύπωμά τους.

Αδύναμοι να κατανοήσουμε όλη αυτή την απάνθρωπη κατάσταση, καταφύγαμε πολλές φορές στους ποιητές της Αριστεράς, τους «ποιητές της ήττας».

Γέμισε το διαδίκτυο από ποιήματα του Αναγνωστάκη, του Λειβαδίτη, του Πατρίκιου, του Κατσαρού, του Αλεξάνδρου και άλλων σπουδαίων.

Λες κι ο κόσμος μπορούσε να εξηγηθεί καλύτερα μέσα από τη δύναμη των στίχων τους: για την προσφυγιά, την αδικία, τον χαμό των αθώων παιδιών, την ανισότητα, τις ιδεολογίες που κατέρρευσαν και την επικράτηση του νόμου των ισχυρών.

Πριν από λίγες μέρες πήγα στη βραδιά που διοργάνωσαν η Λ. Νικολακοπούλου και η Α. Χριστακάκη για τον ποιητή Γιώργο Βέη στη «Σφίγγα».

Ηταν κατάμεστη από κόσμο η μεγάλη αίθουσα. Μου έκανε εντύπωση ότι το κοινό παρακολουθούσε μέσα σε απόλυτη ησυχία τη συζήτηση!

Την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης δεν «ανέβηκε» στο διαδίκτυο περισσότερη ποίηση από αυτή που «ανεβαίνει» κάθε μέρα.

Αν όμως έπρεπε να συνοψίσω σε ένα ποίημα τον χειμώνα που πέρασε, θα διάλεγα το «Περιμένοντας το βράδυ» του Τάσου Λειβαδίτη:

«Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πού, δεν ξέρω πότε, όμως τα βράδια/ Κάποιος κλαίει πίσω από την πόρτα/ Κι η μουσική είναι φίλη μας – και συχνά μέσα στον ύπνο/

Ακούμε τα βήματα παλιών πνιγμένων ή περνούν μες/ Στον καθρέφτη πρόσωπα/ Που τα είδαμε κάποτε σ’ ένα δρόμο ή ένα παράθυρο/ Και ξαναέρχονται επίμονα/ Σαν ένα άρωμα απ’ τη νιότη μας – το μέλλον είναι άγνωστο/

Το παρελθόν ένα αίνιγμα/ Η στιγμή βιαστική και ανεξήγητη/ Οι ταξιδιώτες χάθηκαν στο βάθος/ Αλλους τους κράτησε για πάντα το φεγγάρι/ Οι καγκελόπορτες το βράδυ ανοίγουν μ’ ένα λυγμό/ Οι ταχυδρόμοι ξέχασαν τον δρόμο/

Κι η εξήγηση θα ’ρθει κάποτε/ Οταν δεν θα χρειάζεται πια καμιά εξήγηση/ Α, πόσα ρόδα στο ηλιοβασίλεμα – τι έρωτες Θεέ μου, τι ηδονές/ Τι όνειρα,/ Ας πάμε να εξαγνιστούμε μες τη λησμονιά…».