Στις 18 Μαρτίου του 2016 δημοσιεύτηκε η κοινή Ευρω-Τουρκική δήλωση (Ανακοινωθέν Τύπου αρ.144/16) όπου αναφέρεται ρητά ότι αφ ενός ” όλοι οι νέοι παράτυποι μετανάστες που φτάνουν στα ελληνικά νησιά μέσω Τουρκίας από τις 20/03/2016 και έπειτα θα επιστρέφονται στην Τουρκία” και αφ ετέρου ότι ”οι μετανάστες που δεν αιτούνται άσυλο ή η αίτηση των οποίων κρίνεται αβάσιμη ή απαράδεκτη θα επιστρέφονται στην Τουρκία”. Αυτή η πολιτική δήλωση ουσιαστικά άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται η
Σύμβαση του Ο.Η.Ε για το καθεστώς των προσφύγων στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα καθόρισε εν πολλοίς τη μοίρα του νεοσύστατου ελληνικού συστήματος ασύλου. Ενός συστήματος που συνεπάγεται διαφορετικού τύπου διαδικασία πρόσβασης στο άσυλο για έναν Σύριο που έφτασε στα ελληνικά νησιά του Αιγαίου μέχρι και τις 19/03/2016 από έναν Σύριο που έφτασε σε αυτά από τις 20/03/2016 και μετά.
Στο μυαλό των περισσοτέρων, η κοινή δήλωση έχει ταυτιστεί με τον ερώτημα αν η Τουρκία είναι ασφαλής τρίτη χώρα. Επί του ζητήματος αυτού έχουν γραφτεί πολλά και αναμένεται και σχετική απόφαση (επί ατομικών προσφυγών) της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ως πρόεδρος επιτροπής προσφυγών ασύλου κατά την έναρξη εφαρμογής του νόμου 4375/2016, δε βρήκα νομικά εργαλεία που να μου επιτρέπουν να συνάγω τον ισχυρισμό ότι η Τουρκία είναι ασφαλής τρίτη χώρα για τις ατομικές περιπτώσεων που εξέτασα. Όμως η σημασία του συγκεκριμένου πολιτικού ανακοινωθέντος δεν έχει να κάνει αποκλειστικά με την Τουρκία. Το ελληνικό σύστημα ασύλου επιφορτίστηκε με την διεκπεραίωση των αιτημάτων ασύλου (οδηγία 2013/32/ΕΕ), υπό την πολιτική δήλωση ότι ”οι μετανάστες που δεν αιτούνται άσυλο ή η αίτηση των οποίων κρίνεται αβάσιμη ή απαράδεκτη θα επιστρέφονται στην Τουρκία”.
Στα τέλη της άνοιξης του 2015 εκδηλώθηκε η μαζική αύξηση των ροών στα ελληνικά νησιά (εφ όσον η δίοδος του Έβρου παρέμενε κλειστή λόγω του φράκτη), η οποία διήρκεσε μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2015 που άρχισε σταδιακά να κλείνει η βαλκανική οδός (Ελλάδα-ΠΓΔΜ-Σερβία-Ουγγαρία-Αυστρία). Το χρονικό αυτό διάστημα η ελληνική διοίκηση προέβαλε ως κύριο επιχείρημα την αδυναμία της να αντιδράσει στον εισερχόμενο όγκο των ροών, καθώς η ρεαλιστική διαχείριση τους υπερέβαινε το υφιστάμενο νομικό σύστημα ευρωπαϊκών συνθηκών και Κανονισμών (Σένγκεν, αναθεωρημένο Δουβλίνο κτλ).
Μετά από μια σύντομη περίοδο αμηχανίας απέναντι στις μαζικές μεικτές ροές μέσω Ελλάδας (δλδ ροές από ανθρώπους τόσο προσφυγικού όσο και μη προσφυγικού προφίλ), κυρίαρχη παραδοχή των ευρωπαϊκών κρατών διαμορφώθηκε η αποτροπή αφίξεων στις χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης. Αυτή η παραδοχή δεν ήταν δυνατό να εφαρμοστεί διοικητικά με την υφιστάμενη συμφωνία επανεισδοχής Ε.Ε.-Τουρκίας, η οποία θα έχει πλήρη δεσμευτική ισχύ από τον Οκτώβριο του 2017, καθώς θα απέκλειε την επανεισδοχή στη γείτονα όσων κατάγονταν από χώρες υψηλού προσφυγικού προφίλ όπως η Συρία, δλδ ανθρώπων που στην περίπτωση που αιτούνταν άσυλο σε μια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα δικαιούνταν την αναγνώρισή τους ως πρόσφυγες. Αυτήν ακριβώς την παραδοχή αποτροπής εξέφρασε η κοινή δήλωση της 18ης Μαρτίου 2016.
Η προσπάθεια συγκρότησης ενός σύγχρονου και ανεξάρτητου, δλδ εκτός των υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας, ελληνικού συστήματος ασύλου ξεκίνησε στις αρχές του 2011, λίγο μετά τη δημοσίευση απόφασης του Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (υπόθεση M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας που δημοσιεύτηκε στις 21/01/2011) που έκρινε ότι οι διαδικασίες ασύλου που εφάρμοζε μέχρι και τότε το ελληνικό κράτος ήταν ελλειμματικές και αναποτελεσματικές ενώ οι συνθήκες υποδοχής ανεπαρκείς. Τη χρονιά εκείνη νομοθετήθηκε η ίδρυση της Υπηρεσίας Ασύλου και της Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής (Ν3907/2011), καταβλήθηκε προσπάθεια εξορθολογισμού των χώρων κράτησης με την ίδρυση προαναχωρησιακών κέντρων και θεσπίστηκαν νέες διαδικασίες πρόσβασης σε πραγματική προσφυγή. Κατά το 2012, οι επιχειρήσεις σκούπα της ΕΛ.ΑΣ, η ταύτιση της προ-αναχώρησης με την παρατεταμένη κράτηση για ανθρώπους που η απέλασή τους κρινόταν ανέφικτη και η ανέγερση του φράκτη στον Έβρο οδήγησαν σε μια διαχειριστική λογική της κράτησης ως μέσου διαχείρισης των ροών χωρίς παράλληλα να λειτουργήσουν οι νεοϊδρυθείσες υπηρεσίες υποδοχής και ασύλου.
Τελικά η νέα Υπηρεσία Ασύλου ξεκίνησε να λειτουργεί εντός του 2013 ενώ τα Κέντρα Πρώτης Υποδοχής (ΚΕΠΥ) στα ελληνικά νησιά παρέμειναν σε υποτυπώδη κατάσταση. Αυτή ήταν η κατάσταση των ελληνικών υπηρεσιών ασύλου μέχρι και την εμφάνιση της προσφυγικής κρίσης.
Μετά τις 18 Μαρτίου του 2016, οι ελληνικές υπηρεσίες ασύλου οργανώθηκαν εκ νέου υπό το πρίσμα των σημείων που αναφέρονται στην κοινή δήλωση της 18ης Μαρτίου (Ν4375/2016) με συμμετοχή εκπροσώπων του EASO και διαδικασίες υποχρεωτικής παραμονής στις νησιωτικές πύλες εισόδου. Το καλοκαίρι του 2016 θεσπίστηκαν, μέσα από αιφνίδια τροπολογία, νέες επιτροπές προσφυγών με συμμετοχή δικαστικών λειτουργών ( και σύνθεση από δύο διοικητικούς δικαστές και έναν εκπρόσωπο της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες ανά επιτροπή) και εφ όσον από τον Απρίλιο έως και τον Ιούνιο του 2016 οι προγενέστερες επιτροπές προσφύγων ασύλου του ΠΔ114/2010 είχαν εκδώσει περί των 390 αποφάσεων που καταδείκνυαν ότι δεν πληρούνται τα κριτήρια ώστε να χαρακτηριστεί η Τουρκία ασφαλής τρίτη χώρα για τους συγκεκριμένους 390 Σύριους πολίτες, τις προσφυγές των οποίων εξέτασαν. Στην 5η αναφορά προόδου για την εφαρμογή της Ευρω-Τουρκικής δήλωσης, που κατατέθηκε από την Ευρ. Επιτροπή στο Ευρ.Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στις 2/3/2017 (https://ec.europa.eu/transparency/regdoc/rep/1/2017/EN/COM-2017-204-F1-EN-ANNEX-1-PART-1.PDF), διαφαίνονται τα επόμενα βήματα ανταπόκρισης του ελληνικού συστήματος ασύλου στο πλαίσιο αυτό.
Εκτίμηση μου είναι ότι ο δρόμος προσαρμογής της ελληνικής δημόσιας διοίκησης στις απαιτήσεις εντός μοντέλου αποτροπής των νησιωτικών ροών από την Τουρκία είναι ακόμη μακρύς. Όσο πιο γρήγορα αναρωτηθεί ο καθένας μας αν η πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου στην Ελλάδα παρέμεινε ανοιχτή και απρόσκοπτη μετά τις 20/03/2016, τόσο πιο εύκολα θα καταλάβει την αλλαγή του ελληνικού συστήματος ασύλου.
*πολιτικός επιστήμονας- τέως πρόεδρος επιτροπής προσφυγών ασύλου ΠΔ114/2010
