Σε κάθε εποχή, η επικρατούσα κουλτούρα, η κουλτούρα που νίκησε και, σε γενικές γραμμές, είχε απόλυτο δίκαιο, ήταν εκείνη που παρήγε τις πιο δυσδιάκριτες ανοησίες.
Ισως γιατί αισθανόταν σίγουρη και έφτανε γρήγορα στο έσχατο άκρο, όπου οι αλήθειες της μετατρέπονταν σε παραλογισμούς∙ ίσως γιατί, απ’ τη στιγμή που ήταν διαδεδομένη, όλοι τη χρησιμοποιούσαν, ακόμη κι εκείνοι που δεν γνώριζαν τη μέθοδο και τον λόγο ύπαρξής της.
Στην κοινωνιολογική και ηλεκτρονική μας εποχή, οι πιο συχνές κοινοτοπίες είναι κοινωνιο-ηλεκτρονικές. Πριν από μισό αιώνα ήταν απαγορευτικό να διαβάζεις τον ισολογισμό μιας βιομηχανίας χωρίς να τον απεχθάνεσαι αισθητικά. Σήμερα, αλίμονο, να ξαναδιαβάσεις Πλάτωνα χωρίς να τον περάσεις στο μίξερ ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή.
Ο παν-αισθητισμός ήταν μια αντίδραση στον ληξιαρχικό θετικισμό fin de siècle, που περιόριζε τα έργα στην οικογενειακή μερίδα των συγγραφέων τους. Ομως η αισθητική κατέληξε σε μια μυσταγωγία καφενείου και ο αισθητικός μυστικισμός το μέτρο για το κάθε πράγμα.
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η κουλτούρα αντέδρασε στον αισθητισμό, που μόλυνε ακόμη και τη βοτανολογία και τη σιδηρουργία∙ αλλά η αγάπη για το κοινωνικό αντικατέστησε την αισθητική, και έτσι άνθησαν οι κοινωνιολογίες της αριθμητικής και της υδραυλικής.
Σήμερα επικράτησε η σημειολογία και η κυβερνητική, και η ηλιθιότητα κυκλοφορεί αμέριμνη, δεν έχει πια να δώσει τίποτε, γιατί, ως γνωστόν, ο υπολογιστής την αντικαθιστά επάξια.
Θα έπρεπε να της βρούμε κάτι να κάνει. Ετσι, όλη τη μέρα, περιφερόμενη άσκοπα, άνεργη και βαριεστημένη, θα γίνεται άκρως επικίνδυνη.
Υπάρχει αντίδοτο στην ηλιθιότητα;
Πιστεύω πως δεν υπάρχει. Αντίθετα, νομίζω ότι πρέπει να αποδεχτούμε το ρίσκο. Αν πάλι, όπως είναι και το σωστό, δεν θέλουμε να υποταχθούμε, ίσως το μόνο σύστημα είναι να μην καταλάβουμε νοητικά αυτό που δεν καταλάβαμε ψυχολογικά:
όχι στην ευχαρίστηση, αν δεν είμαστε σε θέση να τη δοκιμάσουμε∙ όχι στον σοσιαλισμό, αν δεν είμαστε σε θέση να τον ζήσουμε∙ όχι στην ομορφιά, αν δεν είμαστε σε θέση να την αισθανθούμε και να μας συγκινήσει∙ όχι στην ελευθερία, αν δεν είμαστε σε θέση να την εξασφαλίσουμε στους άλλους.
Το διπλό ξεσκαρτάρισμα είναι βέβαια ένα φίλτρο τιμιότητας που αφήνει λίγα πράγματα να περάσουν. Οποιος ξέρει να το χρησιμοποιεί θα πρέπει να καταφέρει, αργά ή γρήγορα, να μην καταλάβει τίποτε, φτάνοντας έτσι στην τελειότητα της γνώσης, στη γνωσιολογική αγιοποίηση.
* ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ
