Η διαδικασία του «πόθεν έσχες» και η λειτουργία του τρόπου εποπτείας των εισοδημάτων των μελών της Βουλής επανέρχονται κατά καιρούς στην επιφάνεια, λόγω των αδυναμιών που τις χαρακτηρίζουν.
Οι αδυναμίες του συστήματος διεφάνησαν στην πολύκροτη υπόθεση του Α. Τσοχατζόπουλου. Τότε, η μεταβίβαση του ακινήτου επί της Διονυσίου Αρεοπαγίτου στη σύζυγο του πρώην υπουργού και η εμπλοκή μιας οffshore εταιρείας άνοιξαν όλως τυχαίως τον ασκό του Αιόλου εκατομμυρίων ευρώ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η υφιστάμενη διαδικασία ακατάλληλων μορφών ελέγχου των ετήσιων δηλώσεων «πόθεν έσχες» του συγκεκριμένου πολιτικού έδειξε την ανεπάρκειά της.
Επίσης, πολλά ερωτήματα έχουν τεθεί κατ’ επανάληψη για την αλματώδη άνοδο των περιουσιακών στοιχείων μελών της Βουλής διαχρονικά, όπως αυτή αποτυπώνεται στην εν λόγω δήλωση. Πλούσιοι φίλοι, μεγαλέμποροι όπλων και άλλων προϊόντων, πεθερές, πεθεροί και οτιδήποτε σχετικό είδος παίζουν τον ρόλο του γενναίου δωρητή ή δανειστή, δικαιολογώντας τον πλουτισμό πολιτικών ή τις καταθέσεις τους σε τράπεζες στο εξωτερικό ή οτιδήποτε σχετικό.
Στο ευαίσθητο ερώτημα κατά πόσο διερευνάται η πηγή προέλευσης των χρημάτων του δωρητή-δανειστή η απάντηση είναι απλή: Δεν διερευνάται, καθώς δεν προβλέπεται κάτι τέτοιο από τις ισχύουσες διατάξεις! Οπότε ένας πεθερός ή πεθερά, λόγου χάρη, μπορεί να δανείζει ή να χαρίζει κάποια εκατομμύρια ευρώ σε γαμβρό-υπουργό, απαλλάσσοντας τον δεύτερο από δυσάρεστες περαιτέρω έρευνες του «πόθεν έσχες» του, χωρίς τον παραμικρό φόβο για διερεύνηση της προέλευσης των εισοδημάτων του δωρητή.
Βέβαια στις περιπτώσεις τέτοιων διευκολύνσεων κ.λπ. πρέπει να ακολουθείται η προβλεπόμενη τυπική διαδικασία, που αφορά, λόγου χάρη, την καταβολή του σχετικού τέλους κατά τη δήλωση δανείου στην Εφορία κ.λπ. Η τυπική αυτή διαδικασία, ως μέρος μιας λεπτομερούς γραφειοκρατικής δομής, αποτελεί όμως και την αχίλλειο πτέρνα του συστήματος, αν όχι συχνά την ουσία του. Αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν αφορά δημόσια πρόσωπα.
Πρόσφατα τέθηκαν ερωτήματα σχετικά με το «πόθεν έσχες» του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης και της συζύγου του. Σύμφωνα με την τυπική διαδικασία, το ζεύγος όφειλε αρχικά να μεταβεί στην Εφορία, το αργότερο ένα μήνα από την έναρξη του χρόνου της διάστασης.
Εκεί μέσω του εντύπου του μητρώου με κωδικό Μ1 περί προσωπικών μεταβολών όφειλε να διαχωρίσει τους δύο Αριθμούς Φορολογικών Μητρώων (ΑΦΜ) το 2008. Κατόπιν το 2014, μετά την επαναπροσέγγιση του ζεύγους, όφειλε να προβεί μέσω του Μ1 στις νέες μεταβολές. Αυτή και μόνο η διαδικασία, αν έγινε, και όχι οι γενικές διατάξεις του νόμου 3213/2003 ή όποιων υπουργικών αποφάσεων, θέτει σε τάξη το όλο πρόβλημα ως προς τους χρόνους της έναρξης της διάστασης όπως και της επανένωσης. Ελλείψει αυτού του στοιχείου, οι προφορικές δηλώσεις, προφορικές ή μη, των ενδιαφερομένων προσδιορίζουν τις ανωτέρω ημερομηνίες.
Κατά δήλωση της κ. Γκραμπόφσκι-Μητσοτάκη, η επαναπροσέγγιση του ζεύγους έγινε το 2014. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα λοιπόν, ο κ. Μητσοτάκης όφειλε να καταθέσει στη δική του δήλωση «πόθεν έσχες» για το έτος 2014 και τα στοιχεία της συζύγου, κάτι όμως που δεν το έκανε. Η επίμαχη δήλωση κατατέθηκε στις 30-12-2015, δηλαδή τουλάχιστον δώδεκα μήνες μετά την επανένωση της οικογένειας.
Επίσης, το 2016, εφόσον ο κ. Μητσοτάκης ανέλαβε αρχηγός πολιτικού κόμματος στις 10 Ιανουαρίου του ίδιου έτους, είχε υποχρέωση εντός προθεσμίας 90 ημερών από την ανάληψη των καθηκόντων του να καταθέσει δήλωση «πόθεν έσχες», στην οποία όφειλε να συμπεριλάβει τα περιουσιακά στοιχεία της εδώ και μιας χρονιάς πλέον συζύγου του.
Τέλος, αν και τετριμμένο, εδώ ισχύει το γνωστό ρητό: «Η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται».
Εχοντας υπόψη τα ανωτέρω, που δεν έχουν ακόμη απαντηθεί στο σύνολό τους από τους άμεσα εμπλεκόμενους, οι όποιες βεβιασμένες δηλώσεις θεατρινίστικης μορφής βουλευτών της αξιωματικής αντιπολίτευσης υπέρ του ζεύγους μάλλον άστοχες μπορούν να θεωρηθούν.
* βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ Β’ Θεσσαλονίκης
