Κάτσε φρόνιμα μη σε πετάξω από τον φωταγωγό/παράθυρο. Κάπως έτσι λέει ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος (υπομοίραρχος, με την κοινωνία στη χούφτα του!) στην Κάκια Αναλυτή (Βιολέτα Σιγανοπούλου, κλέφτρα, μάνα σε μονογονεϊκή οικογένεια). Αυτά στην ταινία «Η βίλα των οργίων» σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου και σενάριο Γεράσιμου Σταύρου.
Από το 1964, στο διάλειμμα της κοινωνικής ανάτασης και κινητοποίησης. Ηταν τόσο συνηθισμένη η εκπαραθύρωση στην αστυνομική πρακτική του προεμφυλιακού αλλά και μετεμφυλιακού κράτους και παρακράτους, που έφτασε να ακουστεί και σε ταινία!
Οι επαναλαμβανόμενες περιπτώσεις κρατικής βίας πέρα από τη νόμιμη άμυνα ή/και την αναγκαία για σύλληψη, θα έπρεπε να προβληματίζουν τους εντολείς των οργάνων.
Οταν ο Κων/νος Καραμανλής, ταυτόχρονα με την έργω κατάργηση της θανατικής ποινής (και) για τους πρωταίτιους της χούντας του 1967, διατύπωνε το περίφημο «όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ισόβια», έδινε κι ένα μάθημα στα πόδια που σηκώθηκαν και χτύπησαν το κεφάλι.
Αυτό ήταν οι χουντικοί, όχι μόνο οι ελάχιστοι καταδικασθέντες: τα πόδια (και χέρια) του μετεμφυλιακού κράτους και παρακράτους. Την αυτονόμησή τους πλήρωσαν, όσοι πλήρωσαν.
Οι πραιτωριανοί, «απόφοιτοι» κι «επιμορφωμένοι», ρέπουν στην αυτονομία/ασυδοσία.
Παιδεία, καλλιέργεια ανθρωπιστική, δημοκρατική βοηθούν αλλά δεν αρκούν. Ηγεσία και ιεραρχία προδίδουν το ποιόν τους από τις ανεξέλεγκτες παραδρομές και υπερβολές των υφισταμένων.
