Στην Ελλάδα, ευτυχώς, έχουμε ακόμη λαϊκά δικαστήρια. Δεν έχουμε βέβαια τα αμιγώς λαϊκά δικαστήρια που εισήγαγε η αστική τάξη τον καιρό των αστικών επαναστάσεων και τα οποία ακόμα υπάρχουν σε κάποιες χώρες. Εχουμε, όμως, τα μικτά ορκωτά δικαστήρια στα οποία πλειοψηφούν οι ένορκοι. Δηλαδή οι λαϊκοί δικαστές, οι οποίοι δεν δικάζουν έχοντας πτυχίο Νομικής ούτε τους κάνουν ταχύρρυθμα μαθήματα Δικαίου πριν κάτσουν στη δικαστική έδρα.
Το ελληνικό Σύνταγμα στο άρθρο 97, παρ. 1 αναφέρει ότι «Τα κακουργήματα και τα πολιτικά εγκλήματα δικάζονται από μικτά ορκωτά δικαστήρια που συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές και ενόρκους, όπως νόμος ορίζει». Κι αυτό συμβαίνει και στον πρώτο και στον δεύτερο βαθμό εκδίκασης υποθέσεων με αυτά τα αδικήματα.
Παρά το γεγονός ότι σε μία δίκη υπάρχουν πολλοί παράγοντες που επιδρούν, ο λαϊκός δικαστής δεν δικάζει παίζοντας τον νόμο στα δάχτυλα, αλλά με βάση το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Δηλαδή με βάση την κοινωνική απαξία που έχει το συγκεκριμένο έγκλημα για το οποίο καλείται να αποφανθεί. Και πράττει ανάλογα -αθωώνει ή καταδικάζει- εφόσον πειστεί για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου.
Αρέσει ή δεν αρέσει σε ορισμένους, πάλι με βάση το Σύνταγμα, στη σημερινή Ελλάδα «θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία». Κι αυτή η κυριαρχία δεν είναι δυνατόν να υπάρξει αν ο λαός δεν έχει το δικαίωμα να εναντιώνεται διαμαρτυρόμενος στις αποφάσεις κάθε εξουσίας (εκτελεστικής, νομοθετικής, δικαστικής) αποσκοπώντας να τις επηρεάσει, να τις τροποποιήσει, ακόμα και να τις ανατρέψει.
Η δημοκρατία δεν κινδυνεύει από τις διαμαρτυρίες που γίνονται δημόσια. Κινδυνεύει από τον επηρεασμό των αποφάσεων κάθε εξουσίας στο παρασκήνιο. Και αυτό ισχύει και στην υπόθεση του πρωτοδίκως καταδικασθέντα για δύο βιασμούς Δ. Λιγνάδη. Τον οποίο -κακά τα ψέματα- κάποιοι θέλουν να στηρίξουν βάλλοντας κατά των δημοσίων διαμαρτυριών για να μπορεί το παρασκήνιο να λειτουργήσει ανενόχλητο.
