Eδώ ο κόσμος χάνεται και εμείς θα ασχοληθούμε με τον Μπίλι;
Ναι, γιατί στην Ελλάδα κάθε λογικός άνθρωπος που προσπαθεί να είναι συνεπής, φιλότιμος, εργατικός, έντιμος και αλληλέγγυος ζει κάθε μέρα τη δική του μάχη. Τις περισσότερες φορές χάνει. Κάποιες άλλες, όταν αποφασίζει να παίξει με τα όπλα των αντιπάλων, μπορεί και να κερδίσει. Αλλά το βράδυ εξουθενωμένος, ακόμη κι αν έχει κερδίσει τη μάχη νιώθει το ίδιο ηττημένος: «Ξεκινούσα το πρωί να πάω στη δουλειά μου», όπως μου έλεγε το 2016 στις Βρυξέλλες όπου μετανάστευσε ο πρώην παθολόγος από το Ταμείο Υγείας των δημοσιογράφων, Θ. Πλέρος, «και ένιωθα ότι έπρεπε να ζωστώ με όλα τα άρματά μου για να πάω σε μάχη». Δεν θα μπορούσε να αποτυπωθεί πιο πειστικά αυτό που βιώνει πολίτης και κάτοικος Αθήνας με κινητικά προβλήματα που εμφανίστηκαν ξαφνικά, στερώντας του τη χαρά να βγάζει βόλτα τον σκύλο του.
Η προϊσταμένη του Τμήματος Αστικής Πανίδας του Δήμου Αθηναίων όχι μόνο αρνήθηκε να παραλάβει στο ομώνυμο καταφύγιο -φυσικά έναντι νόμιμου τιμήματος- το κατοικίδιο, αλλά αγνόησε επιδεικτικά και τις εκκλήσεις του πολίτη που από τον Δεκέμβριο ζητούσε εγγράφως βοήθεια για ένα αδέσποτο που είχε περιμαζέψει από τα σκουπίδια. Αρνηση κι από τις φιλοζωικές που συντηρούν άλλοτε νομίμως κι άλλοτε παρανόμως χώρους φιλοξενίας. Η διέξοδος για πολίτη και ζωντανό μοιάζει να είναι η… ευθανασία αμφοτέρων. Διότι ναι μεν υπάρχει νόμος, αλλά υπάρχει και κενό νόμου που παραπέμπει σε αδιέξοδο όποιον λόγω σοβαρής νόσησης δεν μπορεί να κρατήσει το κατοικίδιό του. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για το καυκάσιο τσοπανόσκυλο, τον δίχρονο Μπίλι.
Υποσημείωση: Οι καθημερινές μάχες με τον παραλογισμό της επιλεκτικής φιλοζωίας του Δήμου Αθηναίων ούτε για αστείο δεν συγκρίνονται με τις σκληρές μάχες του ουκρανικού λαού ο οποίος αναμετριέται με τον Ρώσο εισβολέα. Σε αυτή τη φρικαλέα μάχη που καταρρακώνει ψυχικά και όσους αναζητούν πέρα από το φυσικό σύνορο του Δνείπερου το αντίπαλο δέος των χαμένων προσδοκιών τους, ο Μπίλι το τσοπανόσκυλο θα έβρισκε θέση στα χαρακώματα.
