Η αλήθεια είναι πως η φωνή της Αλέκας Κανελλίδου σε λιγώνει μαυλιστικά ό,τι κι αν τραγουδήσει. Η μεγάλη αλήθεια είναι πως σαν άκουσα το εν λόγω άσμα στη νέα ταινία της Ζακλίν Λέντζου «Σελήνη, 66 ερωτήσεις» το πώς κρατήθηκα να μην το κάνω πράξη, μήτε κι εγώ ξέρω. Προφανώς έδρασε η δημοσιογραφική μου διαστροφή να κάτσω και να χάσω άλλη μια ώρα παρακολουθώντας την, μπας και την πήρα με λάθος μάτι και κάτι, βρε αδερφέ, άλλαζε κάπως προς το τέλος… Ισχύει. Αλλαξε. Προς το χειρότερο.
Ποτέ δεν έχω γράψει αρνητική κριτική. Αν δεν μ’ αρέσει, απλά δεν γράφω. Ωστόσο, αυτή τη φορά στενοχωρήθηκα. Εντάξει, θύμωσα κιόλας στην αρχή για την υποδόρια λανθιμίτιδα που παρατηρώ πως έχει «αγκαλιάσει» σαν ιός αρκετούς νέους Ελληνες σκηνοθέτες, αλλά μετά μου πέρασε και μου βγήκε στενοχώρια. Γιατί και ταλέντο δείχνει να έχει η Λέντζου και εξαιρετικούς ηθοποιούς επέλεξε, αλλά… Να, ένα «αλλά»!
Μήτε το θρονί καμιάς αυθεντίας διεκδικώ, μήτε ξεσκονίζω αντίστοιχα θρονιά άλλων, που θεωρούν πως είναι. Οπότε αφήνω την εν λόγω ταινία στην άκρη. Αν και είναι τουλάχιστον λυπηρό νέοι δημιουργοί (και βραβευμένοι μάλιστα) να κάνουν μια ταινία για να μην πουν απολύτως τίποτα. Είναι ίσως αυτό που λένε πως αν ένας σκηνοθέτης νιώσει πως έχει μια πολύ καλή ιδέα, το καλύτερο είναι να ξαπλώσει μέχρι να του περάσει… Θυμώνω, όμως, γιατί στα καπάκια είδαμε το «Η μπαλάντα της λευκής αγελάδας» του Μπεχτάς Σανάιχα και της Μαριάμ Μογάνταμ και ξαναθυμηθήκαμε τι σημαίνει καλό σινεμά. Λες και στην Ελλάδα δεν ξέρουμε να κάνουμε καλό σινεμά. Αλλά πόσο πια αστικό αναστοχασμό να αντέξει κι αυτός ο δόλιος ο θεατής; Προσωπικά πάντως, δεν! Αλλο, δεν! Εντελώς δεν, όμως…
