Οταν λοιπόν ο αγαπημένος Καναδός μουσικός απέστειλε τελεσίγραφο στο Spotify να αποσύρει τις εκπομπές του Ρόγκαν, γιατί «διασπείρουν επικίνδυνα ψέματα για τα εμβόλια», διαφορετικά «να κατεβάσει ΣΗΜΕΡΑ όλα τα τραγούδια μου», το διακύβευμα δεν αφορούσε μόνο την καταπολέμηση της παραπληροφόρησης από τη μία και την ελευθερία του λόγου, ακόμα και του ανορθολογικού, από την άλλη.
Κυρίως ήταν ένα δίλημμα με πολλά μηδενικά. Eχοντας πληρώσει 100 εκατομμύρια δολάρια για τα αποκλειστικά δικαιώματα στα podcasts του Ρόγκαν, η διοίκηση του Spotify επέλεξε, με πόνο ψυχής και πόνο τσέπης, να θυσιάσει (προσωρινά;) τη δισκογραφία του Nιλ Γιανγκ. Το παράδειγμα του βετεράνου ρόκερ ακολούθησαν η συμπατριώτισσά του Τζόνι Μίτσελ και ο πρώην κιθαρίστας των Crazy Horse Nιλς Λόφγκρεν, ενώ η μετοχή του Spotify κατρακύλησε, με τις (πλασματικές) χρηματιστηριακές απώλειες να υπολογίζονται σε 2,1 δισ. δολάρια.
Ο επίλογος του μπρα ντε φερ δεν έχει γραφτεί ακόμα. Ο αναρχο-φιλελεύθερος Ρόγκαν υποσχέθηκε να «εξισορροπήσει την κατάσταση», φιλοξενώντας ειδικούς υπέρ των εμβολίων εκτός από τους αρνητές, ενώ η πλατφόρμα i-tunes της Αpple έκανε πάρτι, με αφιερώματα «Αγαπάμε Nιλ». Oσο για μας, τους θαυμαστές του Νιλ Γιανγκ και συνδρομητές του Spotify, κάνουμε υπομονή και ψάχνουμε το γρατσουνισμένο βινίλιο του Live Rust, τραγουδώντας ότι το ροκ εν ρολ δεν θα πεθάνει ποτέ. Ή τουλάχιστον θα υπάρχει και μετά τον κορονοϊό.
