Ακόμη και την τελευταία ημέρα πρόσεχε το παιδί. Ακόμη και την τελευταία ημέρα έτρεχε για τη γειτονιά του. Ενας από εκείνους τους ανώνυμους ιδεολόγους της Αριστεράς, με πνεύμα όμως που την ξεπερνούσε κι αγκάλιαζε τους πάντες. Εκτός από όσους κι όσες θεωρούσε άδικους. Κι όμως, ακόμη κι αυτούς ανθρώπινα απαιτούσε να τους φέρεσαι. Δεν ήταν αυτό που λέμε «μορφωμένος» ο κ. Σπύρος. Ηταν κάτι περισσότερο. Καλλιεργημένος. Με κείνη την αγνή αγάπη για τα βιβλία και τη σχέση τους με τον λαό που τόσο ανέδειξε ο Γληνός. Βιομηχανικός εργάτης, γεννημένος σε ένα χωριό της Θεσπρωτίας, το Γαρδίκι, στη βιβλιοθήκη του οποίου φρόντιζε να στέλνει συχνά βιβλία, απ’ τ’ άγια χώματα όπως τα αποκαλούσε, αγάπησε πολύ και τη Φιλαδέλφεια και πάλεψε όλα του τα ενήλικα χρόνια -και- γι’ αυτήν. Ιδίως για τη γειτονιά της πλατείας Κέρκυρας. Εξωραϊστικοί Σύλλογοι στα νιάτα του, φύτεμα δέντρων, σίτιση αδέσποτων, στήριξη σε Ελληνες γείτονες και μετανάστες, («εσύ, μαμά, δεν θα καθαρίζεις αυλή, εμείς θα το κάνουμε τώρα», είπαν στη γυναίκα του οι νεαροί Πακιστανοί της γειτονιάς), καθάρισμα της γειτονιάς. Συνέτρεχε το ορατό μα και το αόρατο με έναν πολύτιμο τρόπο. Ακόμη και στο τέλος με δικές του ενέργειες είχε καθαριστεί ο χώρος της πλατείας μπροστά από το ΤΟΜΥ. Και πατέρας ενός παιδιού με ειδικές ανάγκες, κι ενός ακόμη λεβέντη, καλός σύζυγος και εξαιρετικός φίλος.
Η τελευταία ιδέα που είχε κολλήσει στο δημιουργικό κι ανήσυχο μυαλό του, που πάντα πάλευε για τον τόπο, ήταν τα άδεια μοναστήρια. Τόση περιουσία χαμένη, έλεγε. Δεν θα μπορούσαν να δοθούν σε κοινότητες ειδικών αναγκών όποιας βαλλόμενης ομάδας εάν μέλη τους ήθελαν να κάνουν ανεξάρτητες κοινότητες αγροτικής παραγωγής και να μεταπωλούν ώστε να αυτοχρηματοδοτούνται τα προϊόντα δίχως μεσάζοντες στην κοινωνία; Ή μαθημάτων για ανθρώπους που θα ήθελαν κάτι φτηνό και αλληλέγγυο και διαφορετικό; Του είχα υποσχεθεί πως θα το γράψω. Κι ας ήξερε πώς παίζεται το παιχνίδι, αρνούνταν να στενέψει τα όνειρα και τα θέλω του. Κι ας αφορούσαν συνέχεια, μα συνέχεια, την Ελλάδα «του» και τους άλλους.
Ο κ. Σπύρος είχε μεγάλο καημό με τον Ανδρέα του, μα αυτό δεν στένεψε την ψυχή του, την άνοιξε. Μαζί με την Αγγελική, τη σύζυγό του, ήταν παράδειγμα ενός συγκλονιστικού αποτυπώματος έμπρακτης αλληλεγγύης, δηλαδή ανθρωπιάς. Και θα μου θυμίζει πάντα πως δεν έχει σημασία πόσο ζεις, αλλά πώς ζεις. Τι αποτύπωμα αφήνεις πίσω σου. Ακόμη και στους σκληρότερους καιρούς. Στη μνήμη του Σπύρου Τσιουρά, 1953-2025.
