Ενα μεσημέρι, στις αρχές Μαΐου 1956, επιστρέφοντας με τους συμμαθητές μου από το Δημοτικό σχολείο στα σπίτια μας σταθήκαμε στην πλατεία της Αχερώνης Καλλονής, η οποία σκέπαζε κατά ένα τετράγωνο, πλευράς τριάντα μέτρων, τον ποταμό Αχερώνα.
Η πλατεία δημιουργήθηκε το 1938 όταν το κοινοτικό συμβούλιο με εγκληματική αφέλεια γκρέμισε την τετράτοξη πέτρινη μεγάλη και πλατιά πανέμορφη στέρεη γέφυρα, που χτίστηκε την εποχή της κυριαρχίας των Γατελούζων στη Λέσβο (1355-1462) και η οποία επισκευάστηκε το 1564 από την περιουσία της Μονής Λειμώνος χάριν της κοινωφελίας του μητροπολίτη Μηθύμνης αγίου Ιγνατίου Αγαλλιανού και του γιου του Μεθόδιου, ηγουμένου της Μονής Λειμώνος, και ξαναχτίστηκε το 1676 με έξοδα του μητροπολίτη Μηθύμνης Μακαρίου Γ’.
Σταθήκαμε στην πλατεία, μαζί με πολύ κόσμο, για να δούμε τη μεγάλη μπουλντόζα που έσκαβε στον ποταμό, προκειμένου να ανοιχτούν τα θεμέλια επέκτασής της. Ο πρόεδρος της κοινότητας, πλαισιωμένος από το συμβούλιό του και δύο μηχανικούς της Νομαρχίας, επεδείκνυε περιχαρής τα μεγαλεπήβολα σχέδια και ανέλυε το πρόγραμμα κατά το οποίο: «εντός της τρεχούσης δεκαετίας με τας ετησίας επαναλαμβανομένας γενναίας πιστώσεις του δραστηρίου Υπουργείου Δημοσίων Εργων, ο Αχέρων θα καλυφθεί ολοσχερώς! Αι τέσσαρες γέφυραι θα ενωθώσι μεταξύ των σταδιακώς και τοιουτοτρόπως θα αποκτήσωμεν πλατείαν μεγαλυτέρας εκτάσεως και αυτής ταύτης της Ομονοίας Αθηνών!»
Οι καταστηματάρχες ενθουσιασμένοι χειροκροτούσαν υποστηρίζοντας πως έτσι έγινε με τον Κηφισό και τον Ιλισό Αττικής, οπότε αναδείχθηκαν και πλούτισαν τα γύρω τους προάστια. Οι κάτοικοι του Ανατολικού και Δυτικού Μουράγιου ικανοποιημένοι έλεγαν ότι τα νεοκλασικά σπίτια τους, που ήταν χτισμένα στις δύο απέναντι όχθες του Αχερώνα, θα αποκτούσαν τεράστια αξία και ότι θα νοίκιαζαν τους κάτω ορόφους τους σε μαγαζιά.
Οταν σταμάτησε η μπουλντόζα, πλησιάσαμε τη γιαγιά μου, την κυρα-Ευρυδίκη, που ακουγόταν από το σπίτι της να φωνάζει: «Είναι παλαβοί! Θα μουλώσουν τον ποταμό! Θα κόψουν ευκάλυπτους, πλατάνια, ακακίες και σκαμνιές. Ε εσείς, που ξεριζώνετε σήμερα τον μεγάλο πλάτανο, δεν είδατε πάνω του τις πενήντα φωλιές που έφτιαξαν οι δεκοχτούρες, καρδερίνες, φλώροι και σπίνοι;
Δεν καταλαβαίνετε ότι στον σκεπασμένο με τσιμέντα ποταμό θα τρέχουν δαιμονισμένα τα αυτοκίνητα, αναγκάζοντάς μας να κλεινόμαστε στα σπίτια για να μη μας τσαλαπατήσουν; Θα το δείτε! Μέσα στον Αχερώνα θα μαζευτούν βολάδες, ξύλα, πέτρες, βρομιές και σκουπίδια και θα μουλώσει! Τότε, για να ανασάνει, θα πλημμυρίζει και θα περνά πάνω από το μακρύ σκέπασμά του ορμώντας μέσα στα σπίτια χωρίς να φταίει εκείνος! Μια μέρα θα σαπίσουν τα παλιοσίδερα των τσιμέντων και θα ανοίξουν μεγάλες τρύπες που θα χάσκουν, όπως χάσκουν τώρα αυτοί μαζί με τον πρόεδρο!»
* συγγραφέας
