Οι δυνατότητες των ψηφιακών ΜΜΕ διαμορφώνουν μια εντελώς νέα κατάσταση πραγμάτων, στην οποία κυριαρχεί η ούτως αποκαλούμενη οικονομία της γνώσης, μια ριζικά διαφορετική πραγματικότητα από την τωρινή, όπου η κύρια παραγωγική δύναμη είναι πλέον η γνώση, η οποία δεν επιδέχεται ποσοτική μέτρηση.
Το γεγονός αυτό προσδίδει νέο νόημα στις βασικές έννοιες της εργασίας (με την έννοια της επεξεργασίας της γνώσης), της αξίας (με την έννοια της ανανοηματοδότησης του νόμου της αξίας) και του κεφαλαίου (με την ανάδυση και την κατίσχυση του γνωσιακού κεφαλαίου), διαμορφώνοντας νέες έννοιες (όπως η γενική διάνοια), αλλά και νέες οικονομίες, όπως την οικονομία της προσοχής και την οικονομία της φήμης.
Στη λεγόμενη οικονομία της γνώσης, μια σχετικά νέα κατάσταση πραγμάτων, η γνώση αποτελεί την κύρια παραγωγική δύναμη και τα ποσοτικά κριτήρια -δηλαδή οι απόπειρες ποσοτικής μέτρησής της- δεν έχουν εφαρμογή στις απόπειρες ποσοτικοποίησής της. Αυτή η πραγματικότητα αποδομεί εντελώς τις βασικές έννοιες της πολιτικής οικονομίας.
Κατά τον Αντρέ Γκορτζ: «…στην οικονομία της γνώσης, οι παραδοσιακές οικονομικές παράμετροι δεν ισχύουν πλέον. Η κύρια παραγωγική δύναμη, η γνώση, δεν μπορεί να μετρηθεί με ποσοτικά κριτήρια. Και παρ’ όλα τα πιθανά τεχνάσματα, ο μετασχηματισμός της γνώσης σε κεφάλαιο -δηλαδή σε χρηματικό κεφάλαιο- συναντά αξεπέραστα εμπόδια.
Με δυο λόγια, οι τρεις θεμελιώδεις αξίες της πολιτικής οικονομίας, η εργασία, η αξία και το κεφάλαιο, δεν μπορούν πλέον να ορίζονται με αριθμητικούς όρους, ούτε και να μετριούνται με ενιαίες παραμέτρους. Επιπλέον, ακριβώς επειδή δεν μπορούν να μετρηθούν, καθιστούν όλο και πιο δύσκολη την εφαρμογή εννοιών όπως η υπεραξία, η ανταλλακτική αξία, το ακαθάριστο εθνικό προϊόν (ΑΕΠ).
Οταν οι ειδικοί της μακροοικονομίας προσπαθούν να ποσοτικοποιήσουν με τα παραδοσιακά εργαλεία τα οικονομικά αποτελέσματα και τις τάσεις ανάπτυξης, στην πραγματικότητα προχωρούν στα τυφλά μέσα στο σκοτάδι»*.
Αυτή η μορφή του κεφαλαίου διαφέρει ριζικά από την έννοια του κεφαλαίου που του δίνει η οικονομία -δηλαδή του χρηματικού κεφαλαίου. Δεν μπορεί να παραμείνει ατομική ιδιοκτησία αυτών που το κατέχουν. Αυτή η μορφή του κεφαλαίου αυξάνεται με κάθε επιπλέον γνώση, όταν αυτό χρησιμοποιείται και γίνεται κοινό κτήμα. Δεν συσσωρεύεται σε θησαυροφυλάκια, αλλά διακρίνεται για το πάθος που έχει για τη γνώση.
Δεν αποτελεί προϊόν υπεραξίας που παράγεται από την εκμετάλλευση της εργασίας. Αποτελεί πηγή πλούτου, ακόμη κι αν παράγει κάτι που δεν μπορεί να πουληθεί. Αυξάνεται με το να διαδίδεται ως αγαθό προσβάσιμο από όλους και γεννά πρόσθετη γνώση.
Αυτή η μορφή του κεφαλαίου διαθέτει ιδιότητες ακριβώς αντίθετες από την έννοια του κεφαλαίου που του δίνει η οικονομία. Η βασική του πρόθεση δεν είναι να παράγει υπεραξία ή και αξία με τη συνηθισμένη της έννοια. Κατά πάσα πιθανότητα εμπεριέχει τα κεντρικά στοιχεία μιας γενικευμένης άρνησης· της υπέρβασης της εμπορευματοποιημένης εργασίας και της εμπορευματικής ανταλλαγής.
Αυτό που έχει περιγραφεί μέχρι τώρα μπορούμε να το ονομάσουμε συλλογική νοημοσύνη ή γενική διάνοια (general intellect) στη γλώσσα της πολιτικής οικονομίας. Αναφέρεται στο «Grundrisse» του Μαρξ, στο «Αποσπάσματα για τις μηχανές», στο VI και στο VII σημειωματάριο, και εστιάζει στην έννοια της συνεργασίας των διανοιών ως ενός παράγοντα παραγωγής.
Η γενική διάνοια που έχει ενσωματωθεί στη συλλογική γνώση της κοινωνίας, σε όλους τους τρόπους της γνώσης, πάντοτε υπήρξε μια δύναμη που διαμόρφωνε τις δημιουργικές δυνατότητες και την καθημερινή ζωή, τόσο σε άτομα όσο και σε οργανισμούς.
Η γενική διάνοια αποτελείται από έναν αριθμό ικανοτήτων/δεξιοτήτων που είναι εγγεγραμμένες στο κοινωνικό περιβάλλον που έχει οργανωθεί από τις μηχανές. Οι ικανότητες αυτές είναι ελεύθερα διαθέσιμες σε όσους συμμετέχουν ως κοινωνικά άτομα. Αυτές οι ικανότητες/δεξιότητες μπορούν να είναι γνωστικές, όπως στην τεχνική ή επιστημονική γνώση, αλλά μπορούν επίσης να είναι κοινωνικές ή συναισθηματικές.
Η γενική διάνοια, αυτή η ικανότητα οργάνωσης της συνεργασίας, θα τείνει να καταστεί ο σπουδαιότερος συντελεστής στην παραγωγή, μειώνοντας τη σπουδαιότητα της άμεσης εργασίας των ίδιων των εργατών. Ο Μαρξ θεωρούσε ότι η γενική διάνοια είναι ενσωματωμένη στα μηχανήματα, αλλά επίσης στις κοινωνικές και συναισθηματικές σχέσεις που επικρατούν στο εργοστάσιο.
Αποτελεί ένα γενικά διαθέσιμο μέσο παραγωγής, διαθέσιμο σε όλους εξαιτίας της συμμετοχής τους στο περιβάλλον του εργοστασίου· δηλαδή εξαιτίας της ύπαρξής τους ως κοινωνικών ατόμων. Με τον τρόπο αυτό, η κύρια συνεισφορά των μηχανών και της τεχνολογίας ήταν ότι αποδέσμευε μια γνήσια παραγωγική δύναμη με τη μορφή μιας νέας και περισσότερο αποτελεσματικής μορφής συνεργασίας.
Στις μέρες μας, η ζώνη μεταφοράς των φορντικών εργοστασίων έχει αντικατασταθεί από το διαδίκτυο, ωστόσο η βασική αρχή παραμένει η ίδια. Η νέα πληροφορία και η τεχνολογία της επικοινωνίας βελτιώνουν την παραγωγικότητα, στον βαθμό που διευκολύνουν νέες μορφές συνεργασίας. Ασφαλώς, η γενική διάνοια δεν περιορίζεται στον χωροχρόνο του εργοστασίου, αλλά πλέον περιβάλλει -γενικά- το σύνολο της ζωής.
*Βλέπε Andre Gorz, «The Immaterial», κεφάλαιο ΙΙ.
Σημ. Για τη γενική διάνοια, βλέπε στο thenewobjectivity.com/pdf/marx.pdf. 775
* ομότιμου καθηγητή Τμήματος ΕΜΜΕ Πανεπιστημίου Αθηνών
