ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαρία Ν. Λεπενιώτη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη δοκιμάζεται περισσότερο από κάθε άλλη φορά, γεγονός που φαίνεται να έχει ποικίλα αίτια όπως οι αδικαιολόγητες καθυστερήσεις στην απονομή της, η εντύπωση που δημιουργείται κάποιες φορές περί ύπαρξης σχέσεων εξάρτησης μεταξύ Δικαιοσύνης και κυβερνητικής πλειοψηφίας καθώς και η επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας (που ασκούν σημαντική επιρροή στη διαμόρφωση της νομολογίας των δικαστηρίων αυτών, στην οποία προσαρμόζονται στη συνέχεια οι αποφάσεις των κατώτερων δικαστηρίων) από το Υπουργικό Συμβούλιο, όργανο άλλης συντεταγμένης εξουσίας. Για την αποτελεσματική λειτουργία της Δημοκρατίας η ανεξαρτησία των δικαστών αποτελεί όρο απαράβατο και οι δικαστές πρέπει να πείθουν ότι απονέμουν τη δικαιοσύνη με τρόπο σύννομο, δίκαιο και με ευθυδικία.

Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος, ο πρόεδρος και οι αντιπρόεδροι των τριών ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας (Συμβούλιο Επικρατείας, Αρειος Πάγος, Ελεγκτικό Συνέδριο) επιλέγονται από το Υπουργικό Συμβούλιο. Το ίδιο ισχύει για τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τον γενικό επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και τον γενικό επίτροπο των διοικητικών δικαστηρίων. Από τη ρύθμιση αυτή σαφέστατα προκύπτει η ευρεία διακριτική ευχέρεια που διατηρεί το Υπουργικό Συμβούλιο ως προς το ζήτημα της επιλογής των ανωτέρω. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε εκθέσεις της για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα είχε επισημάνει τις αδυναμίες αυτού του συστήματος επιλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων και ειδικότερα το γεγονός ότι η επιλογή ανήκει εξ ολοκλήρου σε όργανο άλλης συντεταγμένης εξουσίας, δηλαδή στην αρμοδιότητα του Υπουργικού Συμβούλιο χωρίς τη συμμετοχή των ιδίων των δικαστών.

Πρόσφατα, σε απάντηση στις σχετικές αιτιάσεις, με το άρθρο 27 του Ν. 5123/2024 προβλέφθηκε η διατύπωση γνώμης για την επιλογή της ηγεσίας από τις Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων, κατόπιν σχετικής μυστικής ψηφοφορίας μεταξύ των μελών τους. Και στην περίπτωση όμως αυτή η τελική απόφαση παραμένει στο Υπουργικό Συμβούλιο, το οποίο, ανεξάρτητα και πέρα από τη διατυπωθείσα γνώμη, την οποία μπορεί να αγνοήσει ή να υιοθετήσει, δεν εμποδίζεται να επιλέξει ακόμα και άτομα που δεν προτάθηκαν από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου.

Τα μειονεκτήματα της ρύθμισης αυτής και μετά τον Ν.5123/2024 εξακολουθούν να είναι υπαρκτά, αφού η κυβέρνηση διατηρεί την παντοδυναμία και χωρίς καμία αιτιολογία μπορεί να μην επιλέγει τους κατάλληλους αλλά τους φίλα προσκείμενους, οι οποίοι ενδέχεται να κατέχονται από το αίσθημα «ανταπόδοσης» υπέρ εκείνων ή ευγνωμοσύνης προς εκείνους που τους επέλεξαν. Πέραν αυτού, ενόψει επικείμενης επιλογής, δικαστικοί λειτουργοί που διαθέτουν τα προσόντα για τις θέσεις, προκειμένου να τύχουν της επιλογής τους, ενδέχεται να επιχειρήσουν ενέργειες που θα τους καταστήσουν αρεστούς στην κυβέρνηση, όπως με τη θέση την οποία θα υποστηρίξουν σε κρίσιμα θέματα που αφορούν μεγάλο αριθμό πολιτών και κρίνονται σε πιλοτικές δίκες, όπως η πρόσφατη ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τους τόκους των δανείων που δόθηκαν σύμφωνα με τον νόμο Κατσέλη.
Σημειώνεται ότι η ακρόαση των υποψηφίων για την ηγεσία της Δικαιοσύνης ενώπιον του κοινοβουλευτικού οργάνου της Διάσκεψης των Προέδρων εντείνουν τις υπόνοιες ότι η επιλογή μπορεί να γίνει με κομματικά κριτήρια.

Οπως προαναφέρθηκε, η εμπιστοσύνη όχι μόνο των πολιτών στη Δικαιοσύνη αλλά ακόμα και των ιδίων των δικαστών έχει καταρρακωθεί. Απόδειξη αυτού συνιστά το γεγονός ότι από τους 27 υποψήφιους ανώτατους δικαστές για τη θέση του προέδρου του Αρείου Πάγου από το επόμενο δικαστικό έτος και οι οποίοι και κλήθηκαν στη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, εμφανίστηκαν μόνο οι 11. Οι υπόλοιποι απαξίωσαν τη διαδικασία, δίνοντας το μήνυμα ότι δεν εμπιστεύονται τη διαδικασία ως και ότι η επιλογή είναι προαποφασισμένη από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Ορισμένοι δε εξ αυτών, με επιστολή τους προς το Σώμα της Διάσκεψης των Προέδρων, κατήγγειλαν ότι παρακάμπτεται η αρχαιότητα και ότι δεν τηρούνται τα κριτήρια επιλογής προηγουμένων ετών.

Επομένως, το κρίσιμο αυτό θέμα της επιλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας, ενόψει μιας αναθεώρησης του Συντάγματος, πρέπει να επανεξεταστεί σε τρόπο ώστε η επιλογή της ηγεσίας αυτών να πάψει να αποτελεί κομματική υπόθεση και να γίνεται από τα ίδια τα Ανώτατα Δικαστήρια, με ψηφοφορία μεταξύ των μελών τους με κριτήρια τις πραγματικές ικανότητες, τον χαρακτήρα, την προσωπικότητα, την εργατικότητα, την ανεξαρτησία, την ηθική ακεραιότητα, τις διοικητικές ικανότητες, την εμπειρία, το δικαστικό και επιστημονικό έργο και την εν γένει πορεία που παρήγαγε ο δικαστής και με γνώμονα το συμφέρον του θεσμού.

Η δημοκρατία και το κράτος δικαίου δεν απαιτούν μόνο κανόνες δικαίου αλλά απαιτούν και εφαρμογή των κανόνων αυτών από ανεξάρτητους δικαστές με εντιμότητα και δημοκρατικό πολιτισμό.

*Τομεάρχης Δικαιοσύνης ΕΛΑΣ