«Κανένας άνεμος δεν είναι ούριος
αν δεν ξέρεις πού θέλεις να πας»
Σενέκας
Εχουμε διατυπώσει παλαιότερα τη θέση ότι οι ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις είναι θεραπευτικές γιατί είναι δημοκρατικές, με τη συμμετοχή του ίδιου του εξαρτημένου σε ένα συμμετοχικό θεραπευτικό πλαίσιο διαλόγου.
Η εξάρτηση είναι μια θέση μη ελευθερίας, όπου ο εξαρτημένος έχει εκχωρήσει την ελευθερία του στη (νόμιμη ή παράνομη) εξαρτησιογόνο ουσία ή/και συμπεριφορά. Η εμπλοκή στην εξαρτητική διαδικασία γίνεται για ξεχωριστούς για τον καθένα λόγους, αλλά η συνέχεια είναι πάνω-κάτω η ίδια: η ουσία παίρνει τον έλεγχο της συμπεριφοράς, παγιδεύοντας τον εξαρτημένο σε μια ατελείωτη επανάληψη: χρήση – ικανοποίηση – στερητικά συμπτώματα – συμπεριφορά αναζήτησης – χρήση.
Η θεραπεία ξεκινά στο σημείο όπου ο εξαρτημένος αποφασίζει ότι θέλει να σπάσει τον φαύλο κύκλο της εξάρτησης και ξεκινά να ανακτά την ελευθερία του. Τα θεραπευτικά πλαίσια με βάση την ψυχοκοινωνική υποστήριξη βοηθούν αυτήν ακριβώς τη μετάβαση: από τη θέση της μη ελευθερίας σε θέση ελευθερίας. Σε αυτή τη διαδικασία, χρησιμοποιούνται διάφορες τεχνικές, αλλά όλες έχουν κοινό χαρακτηριστικό την οριζόντια, ανοικτή, διάφανη, δημοκρατική δομή, όπου το (τέως) εξαρτημένο άτομο κατέχει ισότιμη θέση. Τίποτα δεν γίνεται χωρίς το άτομο και την ελεύθερη βούλησή του.
Από την άλλη πλευρά, τα προγράμματα υποκατάστατων είναι δομημένα γύρω από έννοιες όπως μείωση βλάβης, χορήγηση φαρμάκου, κάλυψη σωματικών αναγκών, στοχεύοντας κυρίως στη μείωση των ανεπιθύμητων συνεπειών της χρήσης. Υπό το πρίσμα της Δημόσιας Υγείας τα θεωρούμε απαραίτητα, γιατί ο εξαρτημένος βρίσκεται σε επαφή με το Σύστημα Υγείας και παραμένει ζωντανός. Ωστόσο καλύπτουν μόνο την ουσία που υποκαθιστούν: τα οπιούχα. Για την πλήρη απεξάρτηση από τα οπιούχα, καθώς και για οποιαδήποτε άλλη εξάρτηση από ουσία ή/και συμπεριφορά, η ψυχοκοινωνική υποστήριξη αποτελεί τη μόνη θεραπευτική απάντηση, ακριβώς γιατί εστιάζει στη βούληση του ατόμου για ελευθερία.
Οσοι/ες έχουμε εργαστεί στο πεδίο κατανοούμε ότι στην πραγματικότητα οι δύο προσεγγίσεις δεν είναι ανταγωνιστικές, αλλά συμπληρωματικές, αποτελώντας συχνά διαφορετικές στιγμές στη διαδρομή ζωής του εξαρτημένου. Σε πολλές περιπτώσεις τα προγράμματα μείωσης βλάβης προηγούνται των προγραμμάτων ψυχοκοινωνικής υποστήριξης στην πορεία θεραπείας των εξαρτημένων. Το βασικό πρόβλημα των προγραμμάτων μείωσης βλάβης είναι ότι, προτεραιοποιώντας τα σωματικά προβλήματα, συνήθως δεν εφαρμόζουν δομημένη ψυχοκοινωνική υποστήριξη. Αφήνουν τη διαδικασία αλλαγής εκτός κάδρου, με αποτέλεσμα να λιμνάζουν εντός τους ασθενείς, οι οποίοι σταματούν κάποια στιγμή τη χρήση, αλλά δεν προχωρούν στη θεραπεία τους.
Απάντηση στο πρόβλημα επιχειρήθηκε να δοθεί στον ΟΚΑΝΑ με την πιλοτική λειτουργία των Μονάδων Εντατικής Ψυχοκοινωνικής Υποστήριξης (ΜΕΨΥ), εστιάζοντας στην υποστήριξη ατόμων που λαμβάνουν λίγο (ή καθόλου) υποκατάστατο. Οι δομές αυτές βασίζονταν στις ίδιες αρχές: οριζόντια, ανοικτή, διάφανη, δημοκρατική δόμηση, όπως στο ΚΕΘΕΑ, στο 18 ΑΝΩ και στην ΑΡΓΩ. Στο μικρό χρονικό διάστημα που δούλεψαν, πολλαπλασίασαν τον αριθμό των ατόμων που συμμετείχαν και ολοκλήρωναν την επανένταξη του ΟΚΑΝΑ.
Ερχόμαστε λοιπόν στο ερώτημα: Είναι δυνατόν να εφαρμοστούν ορθές πρακτικές σήμερα εντός του πλαισίου που ορίζει ο ΕΟΠΑΕ; Η απάντηση είναι αρνητική. Δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί με διοικητικά μέτρα η ψυχοκοινωνική κλινική πρακτική που βασίζεται στη δημοκρατία ως βίωμα.
Παρότι η ψυχιατρική εξαρτήσεων συμβάλλει καθοριστικά στη διάγνωση, την αντιμετώπιση του συνδρόμου στέρησης, της συννοσηρότητας και τελικά στην ανάδειξη του πολυεπίπεδου προβλήματος των εξαρτήσεων στον ιατρικό χώρο, προκειμένου να προχωρήσει η θεραπεία του εξαρτημένου απαιτείται ένα διάφανο, ισότιμο, ασφαλές, δημοκρατικό υποστηρικτικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα εξελιχθεί. Αυτή η γνώση υπήρχε στους οργανισμούς ψυχοκοινωνικής υποστήριξης (ΚΕΘΕΑ, 18 ΑΝΩ, ΑΡΓΩ) και εξατμίστηκε με την άναρχη, χωρίς συγκεκριμένους στόχους και συχνά τιμωρητική για τους επαγγελματίες αλλαγή πολιτικής με την ίδρυση του ΕΟΠΑΕ. Δίκαια μιλάμε για χαμένο κοινωνικό κεφάλαιο. Η περίοδος αυτή της ώσμωσης μεταξύ των οργανισμών, ως μοναδική ευκαιρία εκπαίδευσης όλων των επαγγελματιών σε μια άλλη ματιά, χάθηκε ανεπιστρεπτί μαζί τους.
Τι πρέπει να γίνει τώρα; Δυστυχώς το κυρίαρχο μοντέλο σήμερα είναι η μείωσης της βλάβης, στη λογική της κάλυψης των ελάχιστων αναγκών και της βιολογικής προσέγγισης των πολιτικών για τις εξαρτήσεις. Χρειαζόμαστε επειγόντως να αλλάξει ριζικά η ματιά όσων ασχολούνται με τη θεραπεία, υπερβαίνοντας το αυστηρά ιατροκεντρικό μοντέλο, προς ένα συμμετοχικό πλαίσιο θεραπείας, που θα δημιουργήσει κουλτούρα θεραπείας και θα λειτουργήσει ως συνδετικός ιστός σε διαφορετικές προσεγγίσεις, με στόχο την ισότιμη, ανοιχτή, δημοκρατική συμμετοχή στη θεραπεία. Θα επανέλθουμε στο επίδικο.
*Κοινωνικός επιστήμονας, σύμβουλος εξαρτήσεων
**Ψυχίατρος εξαρτήσεων
