Το 2009 η χώρα μπήκε στην κρίση χρέους και λίγο αργότερα, το 2010, στην εποχή των μνημονίων. Στην πραγματικότητα η χώρα χρεοκόπησε, κι αυτό συμπαρέσυρε ολόκληρη την οικονομία και κατ’ επέκταση την κοινωνία.
Ποιος πλήρωσε αυτή τη χρεοκοπία; Μα, φυσικά, ο ελληνικός λαός. Η ανεργία έφτασε και ξεπέρασε το 27% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Οι συλλογικές συμβάσεις που υπήρχαν καταργήθηκαν και νέες απαγορεύτηκε να υπογραφούν. Οι μισθοί έπεσαν κάτω από το μισό. Στους εργαζόμενους του Δημοσίου και στους συνταξιούχους καταργήθηκαν ο 13ος και ο 14ος μισθός. Νέοι φόροι προστέθηκαν, όπως ο ΕΝΦΙΑ, η εισφορά αλληλεγγύης κ.ο.κ.
Ενας ολόκληρος λαός μάτωσε για σχεδόν μία δεκαετία. Κι αυτό φάνηκε περισσότερο στους οικονομικά αδύναμους και κυρίως σε αυτούς που θα έπρεπε να έχουν την πρόνοια του κράτους και της κοινωνίας.
Εκείνο που έμεινε αλώβητο -γιατί και αυτό ο ελληνικός λαός το πλήρωσε- ήταν το τραπεζικό σύστημα. Για να σωθούν οι τράπεζες από τη χρεοκοπία και το κλείσιμο, έγιναν τρεις βασικές ανακεφαλαιοποιήσεις (2011-12, 2014 και 2015), οι οποίες κόστισαν στους φορολογούμενους πολίτες περί τα 60 δισ. ευρώ. Κάποιοι υπολογισμοί μιλούν για πολύ περισσότερα. Αλλά, όπως και αν έχει, από αυτή τη διαδικασία αυτοί που πλήρωσαν, δηλαδή οι πολίτες, δεν είδαν κανένα όφελος. Κι αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στην υπόθεση των «κόκκινων» δανείων.
Αυτά τα δάνεια, που σήμερα υπολογίζονται στα 80 δισ., έφυγαν από το ενεργητικό των τραπεζών και πουλήθηκαν (μεταβιβάστηκαν) σε παράλληλες εταιρείες-funds (πολλές είναι των ίδιων των τραπεζών) σε εξευτελιστικές τιμές. Οι οφειλέτες όμως καλούνται να πληρώσουν σχεδόν ολόκληρο το χρέος τους. Που σημαίνει πως πολλοί από αυτούς -και κυρίως οι πιο ευάλωτοι- που ξεχρέωσαν το τραπεζικό σύστημα και σήκωσαν στις πλάτες τους τη χρεοκοπία της χώρας, καταδικάστηκαν να είναι αιωνίως χρεωμένοι. Κανείς δεν σκέφτηκε μια «ανακεφαλαιοποίηση» γι’ αυτούς…
