Δύο πράγματα μου συνέβησαν λίγες ώρες προτού ανακοινώσει ο Αλέξης Τσίπρας το νέο του κόμμα. Πήγα να αγοράσω καφέ φίλτρου και ντομάτες παραβλέποντας το γεγονός ότι είδη «πολυτελείας» αγοράζονται μόνον αρχές του μήνα, προ μισθολογικής… εξαέρωσης.
Λίγο αργότερα έχοντας σκάσει 14 ευρουδάκια αλλά τουλάχιστον με καφέ στο χέρι, διάβαζα τα αποτελέσματα πρόσφατης έρευνας του Ινστιτούτου Ερευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ), σύμφωνα με τα οποία -καθόλου πρωτότυπα- «το 50% των ερωτηθέντων δεν προγραμματίζει διακοπές το καλοκαίρι, κυρίως λόγω του μειωμένου διαθέσιμου εισοδήματος και του αυξημένου κόστους μετακίνησης, διαμονής και διατροφής».
Κόστος ζωής, «rebranding», ιδιωτικοποιήσεις παντού, εξοχικά και κατοικίες πουλημένα άρον άρον, Ταμείο Ανάκαμψης, μεγαλόπνοα σχέδια, ενοίκια, gentrification, συντάξεις και μισθοί, που από τα μέσα του μήνα δεν δικαιολογούν καφέ, γεμάτο ρεζερβουάρ, κρέας, τυρί, απορρυπαντικά. Κι ο Τσίπρας; Ξανάρχεται παρότι σ’ αυτή τη νεότερη γενιά αριστερόστροφων πολιτικών η Ιστορία υπήρξε άδικη. Την πρώτη φορά ο ίδιος και οι συνεργάτες του κλήθηκαν να διαχειριστούν μια πτωχευμένη χώρα που θα κατέβαζε έκτοτε τον πήχη των προσδοκιών της σταθερά – σαν το ανέκδοτο «καλά που δεν πάθαμε τίποτα».
Τώρα επιστρέφει στο πολιτικό προσκήνιο μιας ουσιαστικά ημιπτωχευμένης χώρας, η οποία ζει με «pass», ΟΠΕΚΕΠΕ, περικοπές σε τσέπη και προοπτικές και «μιθριδατισμό». Η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού, διαβεβαίωνε η πολυχρησιμοποιημένη ρήση του Μπίσμαρκ. Κι όμως, κάποτε πολιτική είναι δυστυχώς μόνον η τέχνη του ανέφικτου.
