Την Κυριακή 19 Μαΐου 1963 -τρεις μέρες πριν από τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη- ο Σαρλ ντε Γκολ επισκέφτηκε τη Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο της τριήμερης επίσκεψής του στην Ελλάδα, συνοδευόμενος από τον Κ. Καραμανλή. Η θριαμβευτική υποδοχή του στην πόλη όμως συνδέθηκε με «μέλη παρακρατικών οργανώσεων», αποτελώντας προκάλυμμα ώστε το βαθύ κράτος να συσπειρωθεί και να δράσει απέναντι στην εκδήλωση για την ειρήνη που είχε αναγγελθεί μετά τη θρυλική πορεία στο Ολντερμάστον.
Ενώ ο Ντε Γκολ κατευθυνόταν προς το Ζέιτελνικ, το συμμαχικό νεκροταφείο, ώστε να θρηνήσει -κυρίως- τον εκεί θαμμένο φίλο των νιάτων του και συμμαθητή του στους Γάλλους Ευέλπιδες Πουαρό-Ντισέρ Ντιμπουά, η πόλη ετοιμαζόταν να θρηνήσει τη δική της, εύθραυστη, άνοιξη.
Με πρόσχημα την προστασία από αντιδυτικές δυνάμεις, περισσότεροι από 3.000 εθελοντές ιδιώτες πήραν διαπίστευση κι έδρασαν δίπλα στην Αστυνομία με κριτήριο όχι μόνο τα πολιτικά φρονήματα αλλά την ανάμειξή τους σε παρακρατικές οργανώσεις, με κεντρικό πυρήνα τον Σύνδεσμο Αγωνιστών και Θυμάτων Εθνικής Αντιστάσεως του δωσίλογου Ξενοφώντα Γιοσμά.
Τις ίδιες ημέρες στην αναπαράσταση των γεγονότων που επιχειρείται από τον «Ελληνικό Βορρά» με αφορμή την έλευση του «διεθνιστικού κινήματος ειρήνης» και τη δολοφονία του «εκπροσώπου του» Γρ. Λαμπράκη, παρατηρούμε να προβάλλεται με ιδιαίτερη έμφαση το ιδεολόγημα της κατάστασης έκτακτης ανάγκης εξαιτίας του κομμουνιστικού κινδύνου, παρά τον διαχωρισμό του μεταπολεμικού κόσμου σε ευκρινείς και κατ’ ουσίαν πανίσχυρες και αδιατάρακτες ζώνες επιρροής Ανατολής και Δύσης.
Σε μετεμφυλιακή εποχή που οι βιοπολιτικές προσταγές µορφοποιούσαν το πλέγµα διαπλοκών βιολογικής και πολιτικής ύπαρξης, η φυσική παρουσία των μελών του κινήματος ειρήνης στον δημόσιο χώρο μιας βαθιά απεικασμένης από ακραίους ετερόδοξους κρατικής μηχανής και πόλης θεωρήθηκε απειλή, υπενθυμίζοντας ότι στις διάφορες προσεγγίσεις που σημάδεψαν την παραγωγή ταυτοτήτων, ο (και) «πολιτικά άλλος» αντιμετωπιζόταν τις περισσότερες φορές ως «απειλή», σε ένα έθνος-κράτος που εννοώντας την ετερότητα ως εχθρικό πόλο της κοινωνικής συνοχής και της προόδου προσπάθησε να «θεσμοποιήσει» την καταστολή ακόμη και τη φυσική εξόντωση του διαφορετικού.
Το 3ήμερο πανηγύρι της ευρωπαϊκής προοπτικής το οποίο, εκτός από ιστορικές και πολιτικές αναλύσεις, ενέπνευσε και το μυθιστόρημα «Πολύ βούτυρο στο τομάρι του σκύλου» του Σκαμπαρδώνη έκρυβε στα σπλάχνα του το ακριβώς αντίθετο. Φεύγοντας ο Ντε Γκολ δήλωσε πως τον ενδιέφερε η ασφάλεια της Ελλάδας. Αλλά το απηύθυνε καθήμενος ανάμεσα σε αυτούς που στ’ αλήθεια την απειλούσαν. Τρεις μονάχα ημέρες αργότερα, «οι φρουροί της ασφάλειας», ενδυναμωμένοι, εκγυμνασμένοι και νομιμοποιημένοι, θα δολοφονούσαν πολύ περισσότερα από έναν άνθρωπο, και μια σκοτεινότερη περίοδος έμπαινε στην τελική τροχιά της.
