Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Οδυσσέας Βουδούρης, χειρουργός, ιστορικό ηγετικό στέλεχος των Γιατρών χωρίς Σύνορα την περίοδο του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία και πρόσφατα βουλευτής, πρώτα του ΠΑΣΟΚ, μετά της ΔΗΜΑΡ και στη συνέχεια υποψήφιος Περιφερειάρχης Πελοποννήσου με τη στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ (με έντονες τότε εσωκομματικές αντιδράσεις), αναλαμβάνει καθήκοντα Γενικού Γραμματέα Υποδοχής στο υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής, θέση στην οποία διορίστηκε πριν από λίγες ημέρες.

Μιλά στην «Εφ.Συν.» για το προσφυγικό, αλλά και για την πολιτική του πορεία.

⚫ Τι μπορεί να προσφέρει η παρουσία σας στη διαχείριση του προσφυγικού, δεδομένων των προβλημάτων;

Βολιδοσκοπήθηκα από τον πρωθυπουργό και ομολογώ πως δίστασα για προσωπικούς λόγους, διότι αναγκαστικά θα μείνει πίσω η ιατρική δουλειά μου ως χειρουργού. Ηταν όμως μια πρόκληση, γιατί το προσφυγικό είναι ένα θέμα που γνωρίζω, με το οποίο έχω ασχοληθεί σε ανθρωπιστικές αποστολές και το οποίο με καίει, μιας κι είμαι κι εγώ παιδί πολιτικών προσφύγων.

Ενα άλλο θετικό στοιχείο είναι ότι με τον Γιάννη Μουζάλα έχουμε πολύ καλή επαφή, έχουμε γνωριστεί πριν από 25 χρόνια στο πλαίσιο της ανθρωπιστικής δράσης και σε επαγγελματικό επίπεδο έχουμε μια κοινή αίσθηση των πραγμάτων. Δεν θεωρώ ότι μου έχει ανατεθεί μια θέση αλλά μια αποστολή, όπως οι άλλες αποστολές που έχω φέρει σε πέρας.

⚫ Αν η συμφωνία Ε.Ε. και Τουρκίας εφαρμοστεί, με όλες τις ατέλειες, λογικά θα φέρει τη μείωση ή την παύση των επικίνδυνων και άσκοπων ροών στο Αιγαίο;

Η Ελλάδα έχει ήδη αναλάβει το ποσοστό των προσφύγων που της αναλογεί. Το ζητούμενο είναι λοιπόν να τακτοποιήσουμε αυτούς τους περίπου 50 χιλιάδες πρόσφυγες. Οι ιδιαιτερότητες είναι πως δεν επιθυμούν να μείνουν στην Ελλάδα, πως σήμερα βρισκόμαστε σε οικονομική κρίση και πως η απόγνωση τους οδηγεί ορισμένες φορές σε λάθος πράξεις.

Νομίζω ότι έχουμε αντιμετωπίσει το ζήτημα με εξαιρετικό ανθρωπισμό, χωρίς βία, σε αντίθεση με ό,τι έγινε για παράδειγμα στη Γαλλία, στο Καλέ. Τηρούμε τις ευρωπαϊκές αρχές, και διότι αποτελούν αρχές και διότι είναι προς όφελος τόσο της Ελλάδας όσο και των προσφύγων. Αν όλοι αναλάβουμε τις ευθύνες μας, θα τα καταφέρουμε.

⚫ Η συμφωνία Ε.Ε. και Τουρκίας προβλέπει τον περιορισμό της προσφυγικής ροής και μάλιστα με τρόπο που έχει κατηγορηθεί ότι παραβιάζει κατάφωρα το διεθνές δίκαιο. Πώς είναι δυνατό να είναι συνυφασμένη με τα δικαιώματα των προσφύγων η υλοποίηση της συμφωνίας;

Πρέπει να ξέρουμε, λαμβάνοντας υπόψη κάθε καλοπροαίρετη κριτική, ότι δεν έχουμε να σχεδιάσουμε μόνοι μας την ιδανική λύση, αλλά να επιλέξουμε μεταξύ λύσεων που προκύπτουν από ένα σύμπλεγμα δυνάμεων, στο οποίο η Ελλάδα δεν έχει κυρίαρχο ρόλο.

Είναι προς όφελος των προσφύγων να έρχονται στην Ελλάδα, ενώ αυτός ο δρόμος είναι αδιέξοδος, από τη στιγμή που έκλεισαν τα σύνορα της βαλκανικής οδού, κάτι που καταγγείλαμε και καταγγέλλουμε;

Αυτό που πρέπει να κάνουμε, και σ’ αυτό η συμφωνία κινείται προς μια σωστή κατεύθυνση, είναι από τα σύνορα Συρίας-Τουρκίας να φτάσουν ασφαλείς στην Ευρώπη.

Το μεγάλο πρόβλημα της συμφωνίας είναι ότι η μετεγκατάσταση από την Τουρκία αφορά έναν περιορισμένο αριθμό, 72 χιλιάδων Σύρων. Η συμφωνία είναι μόνο ένα πρώτο βήμα, έχει έναν ορίζοντα στον οποίο θα φτάσουμε πολύ γρήγορα, γιατί ο πόλεμος συνεχίζεται.

Το ερώτημα είναι τι θα κάνουμε μετά. Απευθύνεται κυρίως στην Ευρώπη και βέβαια είναι και παγκόσμιο, γιατί πρέπει να ζητήσουμε από όλες τις χώρες του κόσμου να αναλάβουν τις ευθύνες τους.

⚫ Γιατί η Ευρώπη δυσκολεύεται τόσο να ανταποκριθεί στο πρόβλημα;

Θα σας πω τις προσωπικές μου απόψεις. Καταρχήν, έχω ορισμένες ενστάσεις στον διαχωρισμό μετανάστη και πρόσφυγα. Οι αιτίες που προκαλούν τη φυγή κάποιου από τη χώρα του είναι πάντα ζωτικές, είτε κινδυνεύει να πεθάνει από πείνα είτε από βόμβες.

Βέβαια, οι διεθνείς θεσμοί θέτουν αυτόν τον διαχωρισμό και οφείλουμε να το λάβουμε υπόψη μας. Θεωρώ όμως ότι η Ε.Ε. αποδεικνύει σήμερα την πολιτική της ανυπαρξία.

Αποτελεί τελικά μόνο ένα χρηματοοικονομικό πλαίσιο που δεν μπορεί να αντιδράσει ενιαία σε πολιτικά προβλήματα. Υπάρχει ένας πόλος εξουσίας που παίρνει αποφάσεις χωρίς να λογοδοτεί στους ενδιαφερόμενους, αποφάσεις που μας εγκλωβίζουν.

Παραμένουμε στην Ε.Ε., βέβαια, αλλά δεν με εκφράζει ο δρόμος του συντηρητισμού και του νεοφιλελευθερισμού που ακολουθεί.

⚫ Οι ΜΚΟ καλούνται να αναλάβουν σε μεγάλο βαθμό τη διαχείριση του προσφυγικού, κατηγορούνται όμως για αδιαφάνεια.

Η αδιαφάνεια δεν αφορά τις ΜΚΟ αλλά κυρίως το πολιτικό σύστημα. Οταν, π.χ., ένας υπουργός δημιουργεί μέσω φιλικών προσώπων υποτιθέμενες ΜΚΟ για να διοχετεύσει κρατικά χρήματα, αυτό αποτελεί σκάνδαλο του πολιτικού συστήματος. Οι ΜΚΟ κακώς ονομάζονται έτσι, είναι αρνητικός ορισμός. Πρόκειται για ανεξάρτητες κοινωνικές οργανώσεις που αποτελούν έκφραση της ουσιαστικής και άμεσης δημοκρατίας.

Αντί να δημιουργείται σπίλωση, πρέπει να τις βοηθήσουμε με ένα πλαίσιο που οφείλει να δημιουργήσει το κράτος. Οταν ήμουν στη Βουλή, είχαμε προωθήσει την ιδέα της θεσμοθέτησης ενός ανεξάρτητου φορέα που να πιστοποιεί τις οργανώσεις και να ελέγχει τις σχέσεις τους με το κράτος. Το πολιτικό σύστημα το αποφεύγει.

⚫ Κάποιοι σας καταλογίζουν αστάθεια στις κομματικές επιλογές τα τελευταία χρόνια.

Μπορώ να δεχτώ ενδεχομένως την κριτική ότι επέδειξα αφέλεια σε ορισμένες περιστάσεις, είμαι όμως πολύ ευαίσθητος στην κριτική ότι δήθεν υπήρξα ασταθής, διότι όποιος έχει παρακολουθήσει την πορεία μου μπορεί να διαπιστώσει τη συνέχεια και τη συνέπεια των πολιτικών μου απόψεων. Θεωρώ ότι η πορεία μου από το 2009 χαρακτηρίζεται από απόλυτη σταθερότητα πολιτικών επιλογών σε ένα κινούμενο πεδίο.

Εκλέχθηκα με το ΠΑΣΟΚ, όταν διακηρυγμένος στόχος ήταν η «ανατροπή του πολιτικού συστήματος και η αναδιανομή του πλούτου». Ο στόχος αυτός εγκαταλείφτηκε και εγώ διαγράφτηκα επειδή παρέμεινα συνεπής.

Το ίδιο συνέβη με τη ΔΗΜΑΡ, η οποία δήλωνε πριν από τις εκλογές ότι δεν θα αποτελέσει δεκανίκι και αριστερό άλλοθι των Σαμαρά-Βενιζέλου, αλλά το έπραξε.

Ακόμα και η σύμπλευσή μου με τον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι αποτέλεσμα μιας δικής μου στροφής, αλλά σχετίζεται με τη σωστή κατ’ εμέ εξέλιξή του μεταξύ του 2012 και του 2015. Η σταθερή μου επιδίωξη ήταν και είναι πάντα η «ανατροπή με όρους ρεαλισμού».