Η πραγματικότητα μέσα στη δικαστική αίθουσα της Λάρισας όπου ξεκίνησε μια από τις πιο κρίσιμες και πολυσυζητημένες δίκες της Μεταπολίτευσης, για το πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα ή, αλλιώς, το έγκλημα των Τεμπών, έμοιαζε στο ξεκίνημά της να απέχει δραματικά από την έννοια της απονομής δικαιοσύνης, καθώς, αντί για μια διαδικασία αντάξια του βάρους της υπόθεσης, η πρώτη συνεδρίαση σημαδεύτηκε από εικόνες ασφυξίας, έντασης και θεσμικής ανικανότητας, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις από επιζώντες, συγγενείς των θυμάτων και δικηγόρους.
Η Εύη Τσάπαρη, επιζήσασα που βρισκόταν στο τρίτο βαγόνι της μοιραίας αμαξοστοιχίας και τραυματίστηκε σοβαρά, περιγράφει στην «Εφ.Συν.» την εμπειρία της από την πρώτη συνεδρίαση και μεταφέρει όχι μόνο το χάος που επικράτησε εντός της αίθουσας, αλλά και το πώς οι συνθήκες αυτές αναζωπύρωσαν το τραύμα των επιζώντων, φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο τον φόβο, την αγωνία και τις μνήμες εκείνης της νύχτας.
Η μαρτυρία της υπενθυμίζει στην κοινή γνώμη πως, για όσους επέζησαν, η τραγωδία δεν έχει τελειώσει και ότι η απόδοση δικαιοσύνης δεν γίνεται να επιτευχθεί χωρίς σεβασμό προς τους ανθρώπους που έμειναν πίσω.
● Πώς ένιωσες μέσα στη δικαστική αίθουσα στη Λάρισα, με τις συνθήκες που επικρατούσαν;
Κατ’ αρχάς ήταν πάρα πολύ κλειστοφοβικά. Οι περισσότεροι επιζώντες, επειδή έχουμε διαγνωσμένο PTSD (σ.σ. Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες), σε μικρούς χώρους με τόσο πολύ κόσμο μάς πιάνει κάποια αγοραφοβία. Και γενικά επειδή πηγαίνουμε λίγο σε survival mode, σε τέτοιες καταστάσεις με πολύ κόσμο κάνουμε σχέδια μέσα στο μυαλό μας, αν γίνει κάτι, από πού θα φύγουμε. Ημασταν καμιά δεκαριά επιζώντες σίγουρα, ίσως και παραπάνω. Εκεί μέσα είχε πάρα πολύ κόσμο, δεν μπορούσαμε οριακά να πάμε από τη μια πλευρά στην άλλη, οπότε σκεφτόμασταν πως, αν γίνει κάτι, τελείωσε, θα μείνουμε εδώ μέσα.
«Οι περισσότεροι επιζώντες έχουμε διαγνωσμένη διαταραχή (PΤSD) και μας πιάνει κλειστοφοβία»
● Αυτές οι συνθήκες ξύπνησαν μνήμες;
Ναι, εννοείται αυτό. Οπως είπε και μια επιζήσασα, «από το τρένο σπάσαμε το παράθυρο και βγήκαμε», εκεί που ήμασταν δεν είχαμε ούτε πρόσβαση σε παράθυρο.
● Θεωρείτε ότι αυτή η συνθήκη και όλο αυτό το μπάχαλο που δημιουργήθηκε ήταν προσβλητικά προς εσάς;
Φυσικά! Αρχικά ήταν πολύ προσβλητικό που δεν ήρθαν οι κατηγορούμενοι. Δηλαδή, ήταν σαν να μη δίνουν σημασία στη δίκη, σαν να είναι σίγουροι για την έκβασή της, για το τι θα γίνει. Ηταν προσβλητικό το ότι έπρεπε να κάθονται επιζώντες και συγγενείς στο σημείο όπου θα έπρεπε να κάθονται οι κατηγορούμενοι. Εκεί μέσα –να το θέσω πολύ λαϊκά– ήταν ένα κοτέτσι. Και ουσιαστικά μας έλεγαν «Καθίστε τώρα, μη μιλάτε. Αν θέλετε, βγείτε στην κάτω αίθουσα που έχει τις τηλεοράσεις», λες και είναι ΠΡΟΠΟτζίδικο που βλέπαμε ποδόσφαιρο.
«Βλέπουμε εφιάλτες κυρίως όσο είμαστε ξύπνιοι»
Επέμενε η πρόεδρος να αναγνώσει τα ονόματα των κατηγορουμένων, ενώ έλεγαν όλοι οι δικηγόροι ότι αυτή δεν είναι κατάσταση για να συνεχιστεί η δίκη. Οι δικηγόροι ήταν όλοι όρθιοι γιατί δεν χωρούσαν στα έδρανα. Τα έδρανα των δικηγόρων ήταν τα έδρανα που δίνουμε στις εξεταστικές στις σχολές μας, και οι καρέκλες αυτές με το θρανιάκι που βγαίνει από το πλάι. Και όσο έλεγαν οι δικηγόροι ότι δεν γίνεται να συνεχιστεί έτσι η δίκη, η πρόεδρος προσπαθούσε να αναγνώσει τα ονόματα των κατηγορουμένων. Αδιαφορία και επίδειξη δύναμης.
● Επίδειξη δύναμης από ποιους θεωρείτε ότι ήταν;
Και από την έδρα. Οτι «εγώ θέλω να συνεχιστεί η δίκη και θα συνεχιστεί». Οταν λες ότι δεν γίνεται να συνεχιστεί η δίκη σε αυτές τις συνθήκες και η πρόεδρος επιμένει και λέει «Σαμαράς Βασίλειος, Σαμαράς Βασίλειος, Σαμαράς Βασίλειος» (τον πρώτο κατηγορούμενο), είναι σαν να λέει «εγώ θέλω να το συνεχίσω, δεν πά’ να λέτε ό,τι θέλετε». Οταν απείλησαν οι δικηγόροι με αποχή, νομίζω, άρχισε να σκέφτεται ότι καλό θα ήταν να διακοπεί η δίκη.
● Ποια είναι τα αδιαπραγμάτευτα αιτήματά σας για τη διεξαγωγή αυτής της δίκης;
Αρχικά η αλλαγή αίθουσας. Δεν γίνεται να λένε ότι θα πρέπει να είναι μέσα μόνο δικηγόροι και κατηγορούμενοι. Δηλαδή οι συγγενείς και οι επιζώντες δεν έχουν το δικαίωμα να παρακολουθήσουν μια δίκη στην οποία θα δικαστούν, για τους μεν, άνθρωποι που φταίνε για τον θάνατο των συγγενών τους, και για τους δε, άνθρωποι που παραλίγο να μας σκοτώσουν; Είναι απαράδεκτο να προτείνεται καν αυτό το πράγμα.
Οπως επίσης και εγώ θέλω οι κατηγορούμενοι να βρίσκονται εκεί σε κάθε δίκη. Είναι πολύ προσβλητικό που απουσιάζουν. Δηλαδή δεν τους νοιάζει; Δεν έχω καταλάβει. Δεν γίνεται όλοι εμείς να παρατάμε τις δουλειές μας για να μπορούμε να βρισκόμαστε εκεί και να μην έρχονται, λες και δεν τους ενδιαφέρει καν.
● Πέρα από τα σωματικά τραύματα, τα οποία επουλώνονται κάποια στιγμή, υπάρχουν και ψυχικά…
Φυσικά! Εγώ –όπως και όλοι– έχω μετατραυματικό στρες, διαγνωσμένο από ψυχίατρο.
● Είχατε κάποια βοήθεια από την Πολιτεία σε αυτό το θέμα;
Από την Πολιτεία όχι. Πρωτοβουλίες δημόσιων φορέων, ναι. Οπως ο διευθυντής του ΑΧΕΠΑ που θέλησε να κάνει ομαδικές ψυχοθεραπείες.
● Μπαίνοντας σε αυτή την αίθουσα, τι είναι αυτό που φοβηθήκατε περισσότερο;
Να μη γίνουν φασαρίες. Δηλαδή, όσο ανέβαιναν οι τόνοι, εμείς οι επιζώντες τρέμαμε, γιατί δεν μπορούμε τις πολλές εντάσεις. Μας έπιασαν κάποιους τα κλάματα, άλλους τρέμουλο… Φοβόμασταν τις εντάσεις, οι οποίες, εντάξει, δεν υπήρχε περίπτωση να μην υπάρξουν.
● Τι προσδοκίες έχετε από αυτή τη δικαστική εξέλιξη;
Ετσι όπως έγιναν τα πράγματα την πρώτη μέρα; Καμία. Πιστεύω ότι θέλουν απλά να γίνει η δίκη όσο πιο σύντομα, όσο πιο ανώδυνα γίνεται, να περάσουν αυτά που θέλουν, να πουν ότι «Α, ωραία, εντάξει, εμείς την κάναμε τη δίκη, βγάλαμε τους ενόχους που θέλαμε, οπότε σταματήστε τώρα και καθίστε στα σπίτια σας».
● Τι είναι αυτό που σας έχει μείνει από εκείνο το βράδυ και γιατί είναι τόσο σημαντικό αυτή η δίκη να εξελιχθεί σωστά;
Αυτό που μου έχει μείνει και δεν θα φύγει ποτέ από το μυαλό μου μέχρι να πεθάνω είναι τα ουρλιαχτά που άκουγα. Δεν ξέρω από ποιους ήταν, δεν ξέρω αν έζησαν, αν σκοτώθηκαν αυτοί οι άνθρωποι, εγώ θυμάμαι τα ουρλιαχτά και ακόμα ανατριχιάζω. Ολο αυτό μου έχει αφήσει πολλά ψυχικά τραύματα. Νομίζω ότι οι επιζώντες βλέπουμε εφιάλτες κυρίως όσο είμαστε ξύπνιοι, όχι όσο κοιμόμαστε. Οποιοσδήποτε ήχος, εικόνα, φρενάρισμα στον δρόμο, μας δημιουργεί εφιάλτες. Ζούμε συνέχεια με αυτό. Πρέπει να μάθουμε να ζούμε με αυτό.
Είναι κάτι που δεν το εύχομαι σε κανέναν, πραγματικά. Και ίσως μια καλή έκβαση της δίκης, δηλαδή μια πραγματική δικαιοσύνη, να μας βοηθούσε κάπως να απαλύνουμε αυτά τα τραύματα που έχουμε μέσα μας, αλλά δυστυχώς δεν νομίζω ότι θα γίνει κάτι τέτοιο.
