Ενα πανόραμα για την ιστορική διαδρομή και το τέλος εποχής του ελληνικού συνδικαλισμού αποτελεί το νέο βιβλίο του Απόστολου Καψάλη «Κρίση αδιεξόδου; Για το μέλλον του ελληνικού συνδικαλισμού». Ο συγγραφέας, εργατολόγος και επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου εξετάζει μέσα από πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές το υπομελετημένο φαινόμενο αναδεικνύοντας επείγουσες προκλήσεις, όπως η εσωτερική αναδιοργάνωση των συλλογικών οργανώσεων, για την άμυνα των εργαζομένων μέσα σε ένα δυστοπικό τοπίο στο οποίο οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας φτάνουν να λειτουργούν ως μέσο απορρύθμισης της εργασίας.
Ακρωτηριασμός της συλλογικής αυτονομίας, απώλεια θεσμικών εργαλείων παρέμβασης, εξατομίκευση της εργασιακής σχέσης, επικράτηση συναινετικών χαρακτηριστικών και ιδεολογική μετάλλαξη, έλλειμμα ηγεσίας και αυτοκριτικής, ορισμένα από τα μείζονα προβλήματα που αναλύονται στο εξαιρετικό πόνημα, σε μια περίοδο κατά την οποία εντείνεται η τάση γενίκευσης της φτωχοποίησης των μισθωτών και αυταρχικοποίησης των χώρων δουλειάς. Με αφορμή την έκδοση το Ιδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ και το Εργαστήριο Κοινωνικής Πολιτικής διοργανώνουν την ερχόμενη Πέμπτη (5 μ.μ., Πάντειο) μια άκρως επίκαιρη ημερίδα με το ίδιο θέμα και ομιλητές τους καθηγητές Χρ. Καρακιουλάφη, Γ. Κουζή, Σ. Σεφεριάδη και τους συνδικαλιστές Β. Πετρόπουλο, Μ. Ρέντζιο, Δ. Τοσονίδου, Ν. Φωτόπουλο.

● Πώς η νέα κρίση των συνδικάτων από τις πολιτικές λιτότητας και τα αντεργατικά μέτρα (2010-2025) διαφοροποιείται από τις προηγούμενες περιόδους;
Ισως τελικά να μην πρόκειται κυριολεκτικά για «νέα» κρίση, αλλά για την επικύρωση και μάλλον επιδείνωση χρονιζουσών παθογενειών που καταγράφονται δύο τουλάχιστον δεκαετίες πριν από τα μνημόνια. Οι αδυναμίες αυτές, πολλές αντικειμενικές, κυρίως όμως υποκειμενικές, αφαίρεσαν από τα συνδικάτα τη δυνατότητα της αποτελεσματικής άμυνας απέναντι στον νεοφιλελεύθερο τυφώνα, παρά τη σημαντική και συχνά ηρωική αντίστασή τους στις πολιτικές λιτότητας.
Σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη περίοδο της δεκαετίας του 2000 η διαφοροποίηση θα μπορούσε σχηματικά να αποτυπωθεί ως εξής: ενώ αμέσως πριν από τη μεγάλη ύφεση η σχετική συζήτηση επικέντρωνε ιδίως στην υπερίσχυση του συναινετικού μοντέλου διευθέτησης των εργασιακών σχέσεων στο πλαίσιο ενός κοινωνιακού κορπορατισμού, το μείζον πρόβλημα έδειχνε να είναι οι διαφορετικές ταχύτητες απασχόλησης και συνάμα συνδικαλιστικής προστασίας και μοιραία το μεγάλο εύρος των outsiders – εκτός των τειχών της συνδικαλιστικής οργάνωσης: ευέλικτα απασχολούμενοι. Την τελευταία δεκαπενταετία, μετά την υπαναχώρηση κράτους και εργοδοσίας από το συναινετικό μοντέλο, η απορρύθμιση της εργασίας και η συνδικαλιστική υποχώρηση πλήττουν πλέον εξίσου και τους insiders, ωστόσο, παραδόξως, δεν αναβιώνουν στοιχεία συγκρουσιακής συνδικαλιστικής δράσης ούτε απόπειρες αναζωογόνησης των οργανώσεων σε νέες, ευρύτερες κοινωνικές βάσεις.
● Γιατί η ευρωστία των συλλογικών συμβάσεων πριν από το 2010 δεν παρέπεμπε σε αντίστοιχη κατάσταση των οργανώσεων; Εκτιμάτε ότι το νέο πλαίσιο των ΣΣΕ θα φέρει νέα στροφή απορρύθμισης;
Ακριβώς αυτό το συναινετικό μοντέλο ρύθμισης των όρων εργασίας έως το 2010 για μια μερίδα μόνο των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα νοθεύει συνολικότερα την αυθεντική εργατική δουλειά, διευκολύνει την αναρρίχηση «επαγγελματιών» της συλλογικής διαπραγμάτευσης, ενισχύει φαινόμενα συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και εν τέλει απομακρύνει μεγάλο αριθμό εργαζομένων από τα συνδικάτα.
Υπεύθυνη για αυτή την κατάσταση είναι ώς έναν βαθμό και η απορρέουσα ενίσχυση μιας λογικής ανάθεσης που καλλιεργείται -μεταξύ άλλων- και από την εγγυητική παρέμβαση του κράτους σε διάφορα επίπεδα του εργατικού-κοινωνικού ανταγωνισμού μέσω συγκεκριμένων μηχανισμών ειρηνικής επίλυσης των διαφορών και διοικητικής επέκτασης των κεκτημένων της συλλογικής σύμβασης, νοθεύοντας το προαπαιτούμενο της μαζικής και ενεργούς συμμετοχής σε δομές και διαδικασίες άμεσης δημοκρατίας και κυρίως σε δράσεις συγκρουσιακού χαρακτήρα. Ακριβώς επειδή στο πλαίσιο της ενσωμάτωσης της νέας οδηγίας για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς η «αποκατάσταση» της καθημαγμένης συλλογικής αυτονομίας προβλέπεται να γίνει με αρκετή δόση κρατικής κηδεμονίας συνοδευόμενης από αυτοματοποιημένη και αλγοριθμοποιημένη διευθέτηση των όρων αμοιβής, μάλλον αναμένεται η επίταση της περιθωριοποίησης του συνδικαλισμού παρά η αναβάθμιση του ρόλου και της αξιοπιστίας του.
● Εξετάζοντας τα σενάρια της κοινωνιολόγου Jelle Visser για το μέλλον των συνδικάτων αναφέρετε πως στην Ελλάδα συντελούνται ήδη δύο: περιθωριοποίηση και δυϊσμός. Ποιο θεωρείτε πλέον επικρατέστερο;
Υπό τις υπάρχουσες συνθήκες αποθεσμοποίησης της συνδικαλιστικής δράσης και μειωμένης αξιοπιστίας και μαζικότητας των συνδικάτων το μέλλον δεν προδιαγράφεται ευοίωνο. Από τα τέσσερα σενάρια της τυπολογίας της Visser ως προς τις προοπτικές του συνδικαλισμού σε βάθος μιας γενιάς το φαινόμενο της περιθωριοποίησης παρατηρείται ήδη πολύ έντονο και με τάσεις ενίσχυσης στο άμεσο μέλλον.
Συγκεκριμένα με αφορμή την ενσωμάτωση της κοινοτικής οδηγίας για τους κατώτατους μισθούς θα υιοθετηθούν ρυθμίσεις και διαδικασίες νόθευσης ακόμη και της αυθεντικής συλλογικής διαπραγμάτευσης, με ενίσχυση εν τέλει του ρόλου των αντιπάλων της εργασίας στο πλαίσιο καινοτόμων ρυθμίσεων τύποις ενίσχυσης της δημοκρατίας στους χώρους δουλειάς αλλά επί της ουσίας εδραίωσης ενός αυταρχικού μοντέλου διακυβέρνησης (και) της εργασίας. Και ενώ τα συνδικάτα δεν κινδυνεύουν προσώρας να υποκατασταθούν από άλλες δομές (συλλογικής ή μη) εκπροσώπησης των εργατικών διεκδικήσεων, πιθανότατα θα επιλέξουν μια στρατηγική εσωστρέφειας-επιβίωσης, δηλαδή δυϊσμού, με έμφαση δηλαδή στις ήδη ενταγμένες ή «προστατευμένες» ζώνες της μισθωτής εργασίας πίσω από τη βιτρίνα μιας παραπειστικής αναζωογόνησης. Δεν αποκλείεται να παραπέμπει συχνά σε παραπληρωματικές προτεραιότητες ευρύτερου πολιτικού ή κοινωνικού ενδιαφέροντος, όχι σε αυτές τις αυθεντικής εργατικής δουλειάς στη βάση.
● Γιατί τα νέα από την άνοδο της Αριστεράς στα συνδικάτα δεν είναι απαραίτητα θετικά, μετά και την περίοδο καταστροφής του εργατικού κόσμου από την κυβερνητική Αριστερά στην Ελλάδα – και άλλες χώρες;
Μια σημαντική αιτία -από τις πολλές- για την εκλογική και δημοσκοπική άνοδο των συντηρητικών δυνάμεων και δη της Ακροδεξιάς σε όλη την Ευρώπη -αλλά και εκτός αυτής- είναι η υποπροτεραιοποίηση του εργατικού ζητήματος από την Αριστερά και η απογοήτευση των χαμηλότερων στρωμάτων της μισθωτής εργασίας, που με τη σειρά τους της γυρνούν την πλάτη. Αυτό το εργασιακό ΤΙΝΑ, δηλαδή η απουσία έμπρακτης αμφισβήτησης της νομοτέλειας ενός αυταρχικού και υπερευέλικτου εργασιακού καθεστώτος σε χώρες όπως η Ελλάδα, συνοδεύεται από στροφή στον δικαιωματισμό που -αν και απαραίτητη προφανώς- μετατοπίζει προοδευτικά το βάρος της πολιτικής δουλειάς της Αριστεράς από τους εργαζόμενους στους απόκληρους. Σε αυτό το περιβάλλον η ενίσχυση δυνάμεων της Αριστεράς στα συνδικάτα μόνο θετικά μπορεί να αποτιμηθεί, ιδίως όταν πρόκειται για παρατάξεις και συσπειρώσεις με ταξική αναφορά.
Ωστόσο, η τάση αυτή συνοδεύεται από υψηλό βαθμό αυτο-αναφορικότητας, από έλλειψη κουλτούρας ιδεολογικών συγκλίσεων και προγραμματικών συνεργασιών. Ταυτόχρονα, εξακολουθούν να ενισχύονται αδιατάρακτα πολλές παθογένειες, όπως ιδίως η κομματικοποίηση και η συρρίκνωση της οικονομικής ανεξαρτησίας των συνδικάτων σε μια συνθήκη εν γένει άρσης της εμπιστοσύνης των εργαζομένων προς αυτά. Οι εμφύλιες διαμάχες για την εκλογική κυριαρχία στο εσωτερικό ενός κινήματος σε βαθιά υποχώρηση απογοητεύουν και αποστρατεύουν μεγάλο αριθμό συνδικαλισμένων και μη, ιδίως μικρότερων ηλικιών. Για να είναι λοιπόν χαρμόσυνα τα πρόσφατα καλά νέα χρειάζεται σίγουρα επανεκκίνηση του συνδικαλισμού με όρους στρατηγικών συμμαχιών και ενιαιομετωπικών σχημάτων. Ιδού η Ρόδος…
