Αμεση στήριξη των νοικοκυριών απέναντι στην ακρίβεια – φορολογική δικαιοσύνη – σύγχρονο κοινωνικό κράτος – παραγωγικός μετασχηματισμός είναι τα τέσσερα πεδία στα οποία θα ρίξει βάρος η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη, όπως αποκαλύπτει στη συνέντευξή της στην «Εφ.Συν.» η Ευγενία Φωτονιάτα, η οποία είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου και της Ομάδας Προγράμματος του κόμματος.
● Μέσα σε τρεις εβδομάδες η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη πέτυχε να παγιωθεί δημοσκοπικά στη δεύτερη θέση. Και τώρα τι; θα αναρωτηθούν πολλοί. Μήπως είναι η ώρα του προγράμματος; Σε ποιους τομείς σκέφτεστε να δώσετε έμφαση;
Η δημοσκοπική δυναμική είναι σημαντική, αλλά δεν είναι αυτοσκοπός. Το κρίσιμο τώρα είναι να δείξουμε ότι υπάρχει σχέδιο: απαντήσεις για τα προβλήματα του σήμερα και προοπτική για την επόμενη μέρα.
Κινούμαστε σε τέσσερις άξονες. Πρώτον, άμεση στήριξη των νοικοκυριών απέναντι στην ακρίβεια σε τρόφιμα, στέγη και ενέργεια. Δεύτερον, φορολογική δικαιοσύνη με ουσιαστική ελάφρυνση της εργασίας και μετατόπιση βαρών προς τα πολύ υψηλά κέρδη και εισοδήματα. Τρίτον, ένα σύγχρονο κοινωνικό κράτος με επενδύσεις σε Υγεία, Παιδεία και Νεολαία. Και τέταρτον, παραγωγικός μετασχηματισμός με εγχώρια προστιθέμενη αξία μέσα από ένα ισχυρό, αναπτυξιακό και συνεργατικό κράτος.
● Οι πολιτικοί αντίπαλοι της Συμπαράταξης θα θέσουν ωστόσο το γνωστό ερώτημα: Βγαίνει το προτεινόμενο πρόγραμμα; Είναι κοστολογημένο;
Το ερώτημα «πού θα βρεθούν τα λεφτά» ξεκινά συχνά από μια λάθος αφετηρία: ότι κοινωνική πολιτική σημαίνει απλώς περισσότερες δαπάνες. Εμείς μιλάμε πρώτα για άλλες προτεραιότητες και καλύτερη αξιοποίηση των πόρων που ήδη υπάρχουν. Το πρόγραμμά μας θα προχωρά με κοστολόγηση, ιεράρχηση και σεβασμό στα πραγματικά δημοσιονομικά περιθώρια και στον κανόνα των καθαρών πρωτογενών δαπανών. Με λίγα λόγια: σοβαρότητα στα δημόσια οικονομικά, αλλά με κοινωνική κατεύθυνση.
● Με αφορμή τη σύγκρουση της κυβέρνησης Μητσοτάκη με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να ρωτήσω κάτι που απασχολεί; Η κυβέρνηση του «Μένουμε Ευρώπη» κρατά τη χώρα σε σταθερή πορεία σύγκλισης με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ενωση;
Η απόκλιση της Ελλάδας από την Ευρώπη δεν φαίνεται μόνο στους αριθμούς. Δεν είναι μόνο το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, οι χαμηλοί μισθοί, η χαμηλή παραγωγικότητα ή η απόσταση στο διαθέσιμο εισόδημα. Αυτά είναι η ορατή πλευρά. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι η χώρα δεν σχεδιάζει με όρους μέλλοντος. Την ώρα που η Ευρώπη επιστρέφει στη λογική της βιομηχανικής πολιτικής, της πράσινης μετάβασης με κοινωνικό πρόσημο και των νέων συνεργασιών δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, η Ελλάδα επιμένει σε εργαλεία μιας άλλης εποχής. Αντί για σχέδιο βλέπουμε αποσπασματικές επιλογές. Αντί για παραγωγικές προτεραιότητες, διάχυση πόρων χωρίς καθαρή κατεύθυνση. Αντί για ένα Δημόσιο που συντονίζει και αξιολογεί, έχουμε ένα κράτος που συχνά μένει θεατής.
Το βλέπουμε πολύ καθαρά στην ενέργεια. Η ευρωπαϊκή κατεύθυνση δίνει χώρο στις ενεργειακές κοινότητες, στους δήμους, στους αγρότες, στους πολίτες και στις μικρές επιχειρήσεις, ώστε η πράσινη μετάβαση να επιστρέφει όφελος στην κοινωνία. Στην Ελλάδα, αντίθετα, προχωρά κυρίως από τα πάνω, με συγκέντρωση ισχύος και χωρίς πραγματική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών.
Το ίδιο ισχύει και στη χρηματοδότηση. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες οι αναπτυξιακές τράπεζες λειτουργούν ως εργαλεία στρατηγικού σχεδιασμού: κατευθύνουν πόρους σε προτεραιότητες, στηρίζουν μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καινοτομία, πράσινες επενδύσεις και περιφερειακή παραγωγή. Στην Ελλάδα ακόμη και το Δανειακό Σκέλος του Ταμείου Ανάκαμψης περνά κυρίως μέσα από τις συστημικές τράπεζες, χωρίς ισχυρό δημόσιο προσανατολισμό.
Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι μόνο πόσο απέχουμε από την Ευρώπη στους δείκτες. Είναι ότι απομακρυνόμαστε και από τον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη σχεδιάζει το μέλλον της. Με αυτές τις επιλογές δεν «μένουμε Ευρώπη». Απομακρυνόμαστε από τον ευρωπαϊκό πυρήνα του σχεδίου, της παραγωγικής στρατηγικής και της δίκαιης πράσινης μετάβασης. Και όσο η Ελλάδα επιμένει σε αυτό το μοντέλο, δεν ανατρέπει την υστέρηση· τη συντηρεί.
● Είχατε τις προάλλες όμως και μια κόντρα με τον Κυριάκο Πιερρακάκη για την «ψηφιακή κυριαρχία». Θα μας πείτε για την ουσία της διένεξης;
Η συζήτηση ξεκίνησε από μια ειρωνεία: ότι η «ψηφιακή κυριαρχία» είναι δήθεν μια δυσνόητη ή ασαφής έννοια. Μόνο που δεν πρόκειται για κάποιον όρο που επινοήσαμε εμείς. Είναι έννοια που χρησιμοποιεί επίσημα η ίδια η Ευρωπαϊκή Ενωση. Αρα το ερώτημα είναι άλλο: αν βλέπουμε την τεχνολογία με τα εργαλεία της επόμενης δεκαετίας ή αν μένουμε στη λογική της προηγούμενης. Για εμάς το θέμα δεν είναι αν έπρεπε να ψηφιοποιηθεί το κράτος. Προφανώς και έπρεπε. Το θέμα είναι τι είδους ψηφιακό κράτος χτίζουμε. Ενα κράτος που αποκτά υποδομές, τεχνογνωσία, έλεγχο στα δεδομένα του και δυνατότητα να αλλάζει προμηθευτή; Ή ένα κράτος που πληρώνει συνεχώς άδειες, συντηρήσεις και υπηρεσίες, χωρίς να αποκτά πραγματική αυτονομία;
Οταν μιλάμε για δισεκατομμύρια δημόσιου χρήματος σε ψηφιακά έργα, δεν αρκεί να λέμε «φτιάξαμε εφαρμογές». Το κρίσιμο είναι τι μένει στο Δημόσιο μετά τη σύμβαση. Αυτό εννοούμε με την ψηφιακή κυριαρχία. Οχι να τα φτιάχνει όλα μόνο του το κράτος, αλλά να συνεργάζεται με την αγορά χωρίς να γίνεται όμηρός της. Ο κ. Πιερρακάκης υπερασπίζεται το στοίχημα της προηγούμενης δεκαετίας: την καλύτερη ψηφιακή εξυπηρέτηση του πολίτη. Εμείς λέμε ότι αυτό ήταν αναγκαίο, αλλά σήμερα δεν αρκεί. Το στοίχημα της επόμενης δεκαετίας είναι κάθε ευρώ δημόσιου χρήματος στην τεχνολογία να αφήνει πίσω του δημόσια αξία.
