Πολιτική επιστήμονας, ειδική σε θέματα πολιτικών ασφάλειας και δικαιοσύνης, η Ντόρα Γιαννάκη ασχολείται συστηματικά με την αστυνομία τόσο σε ερευνητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο, αφού έχει διδάξει σε αστυνομικές σχολές, αλλά κι έχει συμμετάσχει σε ομάδες εργασίας για την επεξεργασία πορισμάτων και σχεδίων νόμου για ένστολους. Ως επιστημονική συνεργάτιδα του Κέντρου Πολιτικών Ερευνών του Παντείου Πανεπιστημίου, συμμετείχε στην έρευνα που παρουσιάζουμε σήμερα, αναλύοντας ποιοτικά τα στατιστικά δεδομένα.
● Σε αντίθεση με άλλες χώρες του κόσμου, όπου ανάλογες έρευνες πραγματοποιούνται ακόμα και σε ετήσια βάση, στην Ελλάδα είναι ελάχιστες οι έρευνες για την αστυνομία. Γιατί;
Πράγματι, παρατηρείται μια δυστοκία στην παραγωγή ερευνών με υποκείμενα έρευνας τους ίδιους τους αστυνομικούς, ενώ υπάρχουν αρκετές εμπειρικές έρευνες που αφορούν τις στάσεις των πολιτών απέναντι στην αστυνομία, κι αυτό σχετίζεται με το γεγονός ότι δεν εκτιμάται επαρκώς η αξία αυτών των ερευνών ή ότι υπάρχει καχυποψία απέναντι στα ερευνητικά ευρήματα και τον πιθανό (αρνητικό) αντίκτυπο για τη δημόσια εικόνα της Ελληνικής Αστυνομίας. Ενδέχεται επίσης να υπάρχει κάποια δυσπιστία ή ακόμη και προκατάληψη απέναντι σε όσους ερευνητές επιθυμούν να πραγματοποιήσουν τέτοιες έρευνες. Τέλος, και η ίδια η επιστημονική κοινότητα στην Ελλάδα για πολλά χρόνια αντιμετώπιζε την αστυνομία και την αστυνόμευση ως ένα ευαίσθητο θέμα, ενδεχομένως εξαιτίας της επικριτικής στάσης μιας μερίδας πολιτών απέναντι στον θεσμό λόγω του ιστορικού παρελθόντος του.
● Είναι εντυπωσιακό πως, εκτός από την ελάχιστη ορατότητα που επιτρέπει η πολιτική ηγεσία στα της αστυνομίας, δεν γνωρίζουμε και τον ακριβή αριθμό των ανθρώπων που υπηρετούν στο Σώμα. Πώς το ερμηνεύετε; Και, εν τέλει, πόσοι είναι οι ένστολοι;
Γενικότερα στη χώρα μας υπάρχει μια δυσκολία πρόσβασης στην πληροφορία σε θέματα που αφορούν την αστυνομία και τη δραστηριότητά της. Κανονικά, πληροφορίες σχετικά με τον ακριβή αριθμό του αστυνομικού προσωπικού και των δημογραφικών χαρακτηριστικών του θα έπρεπε να είναι αναρτημένες στην επίσημη ιστοσελίδα του Σώματος, ενώ και τα στοιχεία που αναρτώνται στο Μητρώο Ανθρώπινου Δυναμικού Ελληνικού Δημοσίου δεν είναι σε επεξεργασμένη μορφή ώστε να μπορούμε να αποφανθούμε με βεβαιότητα για τον πραγματικό αριθμό των αστυνομικών. Ως εκ τούτου, κάθε απόπειρα αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας της αστυνομίας είναι στην ουσία ανέφικτη καθώς δεν γνωρίζουμε ποιο είναι το πραγματικό προσωπικό της, σε ποιες υπηρεσίες διατίθεται κ.λπ. Σύμφωνα, πάντως, με στοιχεία της Eurostat του 2020, η Ελλάδα καταλαμβάνει την τέταρτη θέση σε όλη την Ευρώπη στην αναλογία αριθμού αστυνομικών ανά εκατό χιλιάδες κατοίκους.
● Διαβάζοντας κάποιος την έρευνά σας, αν δεν ζει στην Ελλάδα, σχηματίζει μια εντύπωση για την αστυνομία που πόρρω απέχει από τη βαρβαρότητα που συχνά αντιμετωπίζουν οι πολίτες.
Τα χαρακτηριστικά του δείγματος μιας έρευνας επηρεάζουν το είδος των αποτελεσμάτων που θα εξαχθούν. Στη δική μας περίπτωση, λόγω των δυσκολιών που αντιμετωπίσαμε στην πρόσβαση στον αστυνομικό πληθυσμό, χρησιμοποιήσαμε ένα δείγμα ευχέρειας περίπου 500 αστυνομικών, το οποίο παρότι αξιόπιστο δεν είναι αντιπροσωπευτικό, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να γίνουν ευρύτερες γενικεύσεις.
Αν λάβουμε υπόψη ότι στο δείγμα μας υπήρξε μια υπερεκπροσώπηση των αξιωματικών –που λόγω του υψηλότερου εκπαιδευτικού επιπέδου τους τείνουν να είναι λιγότερο αυταρχικοί, δογματικοί και τιμωρητικοί– και των αστυνομικών που εργάζονται σε υπηρεσίες οι οποίες προσφέρουν κυρίως έργο διοικητικού και κοινωνικού χαρακτήρα (π.χ. αστυνομικά τμήματα, τμήματα τροχαίας), η σκιαγράφηση μιας θετικής εικόνας για τον/την αστυνομικό στην Ελλάδα δεν είναι κάτι που θα πρέπει να μας εκπλήξει. Σε γενικές γραμμές, η εικόνα του/της αστυνομικού στη χώρα μας φαίνεται να είναι βελτιωμένη σε σχέση με το παρελθόν, γεγονός που εν μέρει αποτυπώνεται και στα υψηλά επίπεδα εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στον θεσμό της αστυνομίας την τελευταία δεκαετία. Υποθέτουμε ότι ο θεσμός των πανελλαδικών εξετάσεων, ο οποίος έχει αλλάξει αποφασιστικά την κοινωνική σύνθεση του Σώματος, η αναβαθμισμένη αστυνομική εκπαίδευση και η δημιουργία μηχανισμών αστυνομικής λογοδοσίας έχουν συμβάλει στη βελτίωση της συμπεριφοράς των αστυνομικών και στη μερική αποσυντηρητικοποίησή τους. Πάντως, δεν θα πρέπει να αγνοηθεί ότι η έρευνά μας παρουσιάζει την εκτίμηση των ίδιων των ερωτηθέντων για την εικόνα και τη δραστηριότητά τους, κάτι το οποίο μπορεί να διαφέρει (λιγότερο ή περισσότερο) από την πραγματική πρακτική τους.
● Πώς συσχετίζετε τα ευρήματα της έρευνάς σας με τα αποτελέσματα από συγκεκριμένα εκλογικά τμήματα, όπου ψήφισαν ένστολοι και όπου τα ποσοστά της Ακροδεξιάς είναι υψηλά;
Η αστυνομία είναι ένας συντηρητικός θεσμός, ιεραρχικά δομημένος και αυστηρά πειθαρχημένος και, συνεπώς, οι αστυνομικοί τείνουν να αποτελούν φορείς αντίστοιχων ιδεών. Τόσο στις ΗΠΑ όσο και στη Βρετανία υπάρχουν άφθονα ιστορικά στοιχεία για την πολιτική υποστήριξη της αστυνομίας προς τη Δεξιά ή και την Ακροδεξιά, ενώ και οι διάφορες ενώσεις αστυνομικών έχουν σε αρκετές περιπτώσεις ασκήσει ενεργά πιέσεις υπέρ δεξιών πολιτικών υποψηφίων. Στη δική μας έρευνα, λόγω των χαρακτηριστικών του δείγματος, καταγράφηκε υψηλό ποσοστό τοποθετήσεων που θα χαρακτηρίζονταν κοινωνικά φιλελεύθερες, κάτι το οποίο αποκλίνει σαφώς από τις διεθνείς τάσεις. Συνεπώς, δεν μπορούν να συσχετιστούν ευθέως τα ευρήματα της έρευνάς μας με την εκλογική συμπεριφορά των αστυνομικών, ιδίως τη στιγμή που στα ειδικά εκλογικά τμήματα για τα οποία γίνεται η συζήτηση ψήφισαν αστυνομικοί από διάφορες υπηρεσίες της ΓΑΔΑ. Σε κάθε περίπτωση, ο σχολιασμός της εκλογικής συμπεριφοράς των αστυνομικών χρήζει ιδιαίτερης προσοχής, καθώς τα αποτελέσματα από τα συγκεκριμένα εκλογικά τμήματα καταδεικνύουν μεν μια διαχρονική τάση που χρειάζεται να μας προβληματίσει, δεν πρέπει όμως να χρησιμοποιούνται για να παράγονται αυθαίρετες γενικεύσεις για το σύνολο των αστυνομικών.
● Πώς η πραγματικότητα της ένστολης βίας συμπλέει με την αυτοεικόνα των καλοκάγαθων ενστόλων στην υπηρεσία του πολίτη;
Δεν υπάρχει απαραίτητα κάποια αντίφαση – μπορούν να συνυπάρχουν παράλληλα και οι δύο πραγματικότητες, στον έναν ή στον άλλον βαθμό, ακριβώς επειδή τόσο η αστυνομία ενσωματώνει διαφορετικές λειτουργίες (αποτελώντας ταυτόχρονα μηχανισμό προστασίας και επιβολής) όσο και τα υποκείμενα εν γένει ενσαρκώνουν διαφορετικές (ακόμα και αντιφατικές) προτεραιότητες και χαρακτηριστικά. Το γεγονός ότι η συγκεκριμένη έρευνα σκιαγραφεί γενικά μια θετική αυτοεικόνα για τον Ελληνα και την Ελληνίδα αστυνομικό είναι κάτι που πρέπει να αξιολογηθεί, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τους περιορισμούς του δείγματος. Ωστόσο, οι αστυνομικοί του δείγματος φαίνεται να αντιλαμβάνονται ότι ο δικός τους τρόπος θέασης του κόσμου διαφέρει από αυτόν των πολιτών, καθώς σε όλες τις σχετικές ερωτήσεις που τους θέσαμε απάντησαν πως οι πολίτες θα αξιολογούσαν χειρότερα το έργο της αστυνομίας από τους ίδιους.
