Μπορεί τα πρόσφατα άγρια εγκλήματα να άνοιξαν τη συζήτηση για την αυστηροποίηση της ποινικής τους αντιμετώπισης, ωστόσο τα σχετικά αδικήματα δεν παρουσιάζουν κάποια έξαρση, σύμφωνα με τις επίσημες καταγραφές τους – αστυνομικές και δικαστικές. Και αυτό είναι ένα μόνο από τα στερεότυπα που καταρρίπτει το βιβλίο «Αξιόποινες σεξουαλικές πράξεις», που συνέγραψαν ο ομότιμος καθηγητής Νομικής ΑΠΘ και πρώην υπουργός Νίκος Παρασκευόπουλος και ο διδάκτορας Νομικής Ευτύχης Φυτράκης.
«Η ποινική καταστολή έχει ανάγκη την ισορροπία ανάμεσα στην προστασία των εννόμων αγαθών, εδώ της σεξουαλικής αυτοδιάθεσης, και την παροχή εγγυήσεων στους πολίτες από την άμετρη ποινικοποίηση. Μια τέτοια νομική προσέγγιση προσφέρει αυτό το βιβλίο», μας λέει ο κ. Φυτράκης, με τον οποίο συζητήσαμε με αφορμή τη δεύτερη έκδοση του πονήματος που συμπυκνώνει τις προκλήσεις του ποινικού νόμου και της εφαρμογής του δικαίου σε ό,τι αφορά τα σεξουαλικά εγκλήματα, παρέχοντας τεκμηριωμένη ενημέρωση, κριτική ερμηνεία, αναδεικνύοντας προβληματισμούς και προτείνοντας λύσεις.
Η τάση επιστροφής από μια φιλελεύθερη αντιμετώπιση σε μία περισσότερο αυστηρή και κατασταλτική καταγράφεται ήδη από την αυγή της χιλιετίας. Στον νέο ποινικό κώδικα (4619/2019) διαπιστώνεται αυτή η διττή προσέγγιση: από τη μια του επιστημονικού ορθολογισμού που οδηγεί σε πολυάριθμες αποποινικοποιήσεις αβλαβών ή ακίνδυνων πράξεων, με τον όρο προσβολή της ελευθερίας να χαρακτηρίζει τις πράξεις, και την κρίσιμη αντικατάσταση του όρου «ασελγής» από τον αντίστοιχο «γενετήσια πράξη». Από την άλλη, διαπιστώνεται ένα μίγμα αυστηρότητας και ηθικότητας στην επιχειρούμενη αστυνόμευση της ερωτικής ζωής, όπως για παράδειγμα στο πεδίο της πορνογραφίας.
• Ποια πεδία είναι παρερμηνευμένα, οδηγώντας άνευ λόγου στη δημιουργία ηθικού πανικού;
Το σεξουαλικό έγκλημα προσελκύει τη δημοσιότητα, συχνά αδιάκριτα. Οι γενικεύσεις, οι ισοπεδωτικές αναφορές και η διασπορά του φόβου ευδοκιμούν ειδικά σ’ αυτό το πεδίο. Η σεξουαλική εγκληματικότητα, όπως αποτυπώνεται στη δικαστική στατιστική, εμφανίζει από το 1960 και μετά μια σοβαρή πτώση: 680 καταδικασθέντες το 1960, 183 καταδικασθέντες το 2010. Στην αστυνομική στατιστική των καταγγελιών για σεξουαλικό έγκλημα την τελευταία δεκαετία ή και εικοσαετία εμφανίζεται μια σχετική σταθερότητα ή ελαφρά ανοδική τάση: 2001- 853 καταγγελίες, 2009 – 1.172 καταγγελίες, 2013 – 1.460 καταγγελίες, 2019 – 1.051 καταγγελίες. Ομοίως διεθνείς στατιστικές για την υποτροπή αποδεικνύουν ότι αυτή δεν είναι υψηλότερη μεταξύ των σεξουαλικών δραστών απ’ αυτή των δραστών άλλων εγκλημάτων – αντίθετα, ενίοτε είναι χαμηλότερη.
Επομένως απ’ αυτά τα στοιχεία δεν επιβεβαιώνονται οι απόψεις για έξαρση ή κατακόρυφη άνοδο των σεξουαλικών εγκλημάτων ή βέβαιη υποτροπή των σεξουαλικών δραστών. Πρέπει όμως να λαμβάνεται υπόψη και το υψηλό ποσοστό σκοτεινής εγκληματικότητας.
• Πώς αντιμετωπίζεται από την ελληνική νομοθεσία η ερωτική ελευθερία;
Το ελληνικό ποινικό παραμένει, κατά βάση, φιλελεύθερο. Ομως, αποτελεί διεθνή τάση, η οποία εκπορεύεται κυρίως από τις ΗΠΑ αλλά υιοθετείται και από την Ε.Ε., η «ανακύκλωση της αυστηρότητας» και η επανεισαγωγή ενός νέου πουριτανισμού με επίκεντρο, αυτή τη φορά, την προστασία των παιδιών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι υπερβολές που σημειώνονται στην ποινική καταστολή της παιδικής πορνογραφίας. Σ’ αυτό το πνεύμα, η ποινική καταστολή καλύπτει όλο και περισσότερο χώρο από την ερωτική ζωή, η νομοθεσία αυστηροποιείται και ταυτόχρονα συζητιούνται νέες ποινές (π.χ. ευνουχισμός δραστών).
Το ποινικό δίκαιο φαίνεται συχνά να επεκτείνεται μέχρι την τιμώρηση του φρονήματος το οποίο, όσο αποδοκιμαστέο ή αηδιαστικό και να είναι, δεν πρέπει να τιμωρείται (από μόνο του) σ’ ένα ποινικό δίκαιο αντικειμενικού αδίκου, όπου τιμωρούνται άδικες πράξεις προσβολής εννόμων αγαθών και όχι ανήθικες σκέψεις ή επιθυμίες. Η υπαιτιότητα, το φρόνημα κ.λπ. είναι ανεπαρκή θεμέλια της ποινής, λειτουργούν μόνο δευτερογενώς.
• Πώς εξελίχθηκε η αντιμετώπιση των αξιόποινων σεξουαλικών πράξεων στην ελληνική νομοθεσία, δέκα χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου σας;
Στην πρώτη έκδοση του βιβλίου, το 2011, υπήρχαν πολλές προτάσεις αλλαγών. Αρκετές απ’ αυτές υιοθετήθηκαν από τον νομοθέτη. Ο νέος Ποινικός Κώδικας, κρίνοντας συνολικά, αποτέλεσε μια θετική μεταρρύθμιση, καταργώντας ξεπερασμένα εγκλήματα (π.χ. απατηλή επίτευξη συνουσίας), εκσυγχρονίζοντας την ορολογία (π.χ. γενετήσια αντί για ασελγή πράξη) και, τέλος, καθιστώντας το σεξουαλικό ποινικό δίκαιο απολύτως ουδετερόφιλο. Παραμένουν όμως εξόχως προβληματικές διατάξεις που είτε διευρύνουν την ποινική καταστολή (π.χ. τιμώρηση της εικονικής πορνογραφίας) είτε την περιορίζουν (π.χ. δυνατότητα παύσης της ποινικής δίωξης του βιασμού με απλή δήλωση του θύματος). Η απλή αυστηροποίηση των ποινών αποτελεί την εύκολη λύση, η οποία όμως αποδεδειγμένα δεν συμβάλλει ώστε να φωτιστεί το σεξουαλικό έγκλημα.
• Ζούμε στον αστερισμό του ελληνικού #MeToo, με αδικήματα που έχουν διαπραχθεί σε παρελθόντα χρόνο, αλλά τώρα τα θύματα βρίσκουν τη δύναμη να τα καταγγείλουν. Πιο πρόσφατη η υπόθεση Λιγνάδη με τη θυματοποίηση ανηλίκων. Πώς αντιμετωπίζει ο νόμος και πώς το δικαστήριο τέτοιες υποθέσεις;
Διεθνώς, ο βιασμός συχνά χαρακτηρίζεται ως το «αθέατο έγκλημα», αφενός γιατί σπάνια συμβαίνει σε δημόσια θέα, αφετέρου γιατί συχνά και για πολλούς λόγους δεν καταγγέλλεται. Ετησίως, με βάση τη στατιστική της Αστυνομίας, υποβάλλονται περίπου 200 καταγγελίες βιασμού στη χώρα μας. Το «άνοιγμα στομάτων» μετά τις καταγγελίες της Σ. Μπεκατώρου δημιουργεί μια προοπτική για την ανάγκη ενθάρρυνσης και υποστήριξης των θυμάτων, με την κινητοποίηση θεσμών και τη δημιουργία υποδομών. Η παρέλευση μεγάλου χρόνου δεν αφαιρεί την κοινωνικοηθική απαξία από μια εγκληματική πράξη, ιδίως αν πρόκειται για κακούργημα.
Η παραγραφή θέτει ένα απολύτως ακραίο όριο για την αποδυνάμωση της ποινικής καταστολής. Ομως τα προβλήματα απόδειξης, που ούτως ή άλλως υπάρχουν σ’ αυτά τα εγκλήματα, παραμένουν, ενώ και η ειδική πρόληψη (για τον δράστη) δεν λειτουργεί μετά από τόσο χρόνο. Ο ρόλος του δικαστή είναι εξαιρετικά δύσκολος: να ξεδιαλύνει γεγονότα και να απονείμει δικαιοσύνη, στηριζόμενος σε αποδείξεις και τηρώντας τον νόμο αλλά και το σωστό μέτρο.
