Με δύο Pulitzer και χιλιάδες φωτογραφίες από τη Βραζιλία μέχρι το Ιράκ κι από την Τουρκία μέχρι το Μεξικό στις αποσκευές του, ο Αλκης Κωνσταντινίδης είναι ένας από τους πιο ενδιαφέροντες φωτορεπόρτερ της γενιάς του. Στα 35 του, μαζί με τους συνεργάτες του από το Reuters, κερδίζει για δεύτερη φορά το πιο σπουδαίο δημοσιογραφικό βραβείο στην κατηγορία «Breaking News Photography».
Ο Κωνσταντινίδης, που τρία χρόνια πριν κάλυψε το πέρασμα των προσφύγων από το Αιγαίο μέχρι την Ειδομένη μαζί με τον Γιάννη Μπεχράκη και τον Αλέξανδρο Αβραμίδη, τώρα βρέθηκε στα σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού για να φωτογραφήσει αυτόν τον «ίδιο άνθρωπο χωρίς χρώμα, χωρίς φυλή, χωρίς τίποτα πια, διωγμένο, πονεμένο, φοβισμένο, αβέβαιο».
Για αυτόν τον άνθρωπο, για την οδύνη και την ελπίδα, μας μίλησε λίγες μέρες μετά τη βράβευσή του στην Αθήνα.
● Τι σημαίνει για σένα το γεγονός ότι κέρδισες για δεύτερη φορά ένα βραβείο Pulitzer;
Ο καθένας μας έχει στην άκρη του μυαλού του ένα μικρό όνειρο, ότι κάποια στιγμή μπορείς να κατακτήσεις ένα από τα πολύ μεγάλα βραβεία της δουλειάς μας. Ομως τα βραβεία δεν είναι αυτοσκοπός και ξεχνιούνται και γρήγορα. Είναι μια τιμή, μια αναγνώριση, αλλά αυτό που με γεμίζει περισσότερο από όλα είναι η δυνατότητα να βρίσκομαι σε τέτοια θέματα.
● Στη συλλογή των φωτογραφιών για την κρίση στα σύνορα Μεξικού-ΗΠΑ αποτυπώνεις έντονα το θρησκευτικό στοιχείο που έχουν οι άνθρωποι, κάτι που φαίνεται να τους δίνει ελπίδα στον μακρύ αυτόν αγώνα. Εσένα, τι σου δίνει ελπίδα;
H γυναίκα μου, οι φίλοι μου, το γεγονός ότι κάνω μια δουλειά με την οποία αισθάνομαι ότι μπορώ να προσφέρω, ότι μπορώ να δείξω κάποια πράγματα σε ανθρώπους που δεν έχουν τη δυνατότητα να τα δουν επειδή βρίσκονται μακριά από αυτά ή απλώς τα αγνοούσαν.
Δεν θα πω ότι μία εικόνα θα αλλάξει τον κόσμο. Δείχνουμε και γράφουμε ιστορίες και μπορεί κάποιος να τα δει όλα αυτά απλώς σαν ένα ανάγνωσμα. Από την άλλη, όμως, μπορεί και να κινητοποιηθεί, και αρκετοί κινητοποιήθηκαν.
Ο Μπεχράκης έλεγε μια ιστορία στην οποία δύο εθελόντριες από το εξωτερικό που τις συνάντησε στη Λέσβο τού είπαν ότι οι φωτογραφίες που τράβηξε τις κινητοποίησαν να έρθουν στο νησί για να βοηθήσουν. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο, μπορούμε όμως με όποια δύναμη έχουμε –μικρή ή μεγάλη– να κινητοποιήσουμε.
● Βομβαρδιζόμαστε καθημερινά από εικόνες. Ολη αυτή η υπερπαραγωγή μήπως μας προκαλεί μιθριδατισμό; Είχαμε δει εκατοντάδες εικόνες από τη Συρία. Βρέθηκε όμως μία, αυτή του μικρού Αϊλάν, που έκανε τη διαφορά. Πώς το ερμηνεύεις αυτό;
Σίγουρα τόσο πολλές εικόνες μπορούν να μπερδέψουν, να κουράσουν και να αποπροσανατολίσουν από τον βασικό στόχο που είναι η ενημέρωση. Απλώς, υπάρχει μέσα σε όλον αυτόν τον μεγάλο αριθμό φωτογραφιών πάντα κάποια που για τον έναν ή τον άλλο λόγο θα ξεχωρίσει και θα συγκινήσει λίγο παραπάνω, θα κινητοποιήσει τον κόσμο λίγο περισσότερο.
Ολα είναι εκεί έξω και συνδέονται μέσω του ίντερνετ και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Θα γίνει μία φωτογραφία γνωστή και πιο εύκολα θα γίνει viral, όπως έγινε με την εικόνα του Αϊλάν και με εικόνες συναδέλφων από την προσφυγική κρίση στην Ελλάδα.
● Αυτή η ελπίδα για αλλαγή σημαίνει ότι δεν σου αρέσει ο κόσμος όπως είναι τώρα;
Μου αρέσει η ζωή. Απλώς για τον έναν ή τον άλλο λόγο άνθρωποι που κάνουν τη δική μας δουλειά πηγαίνουν περισσότερο προς τα άσχημα που έχει η ζωή. Και ελπίδα έχω και μου αρέσει.

● Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να πηγαίνει σε εκείνο το σημείο από το οποίο άλλοι τρέχουν να φύγουν μακριά ή αποστρέφουν το βλέμμα; Για παράδειγμα, από το Μάτι που καίγεται, από τα ελληνοτουρκικά σύνορα, από την Ειδομένη;
Αισθάνομαι ότι πρέπει να πηγαίνω εκεί ακριβώς επειδή κάποιοι άλλοι δεν μπορούν να πάνε. Είναι εξίσου σημαντικό, όπως βλέπουμε και ζούμε τα όμορφα, να γνωρίζουμε και την άλλη πλευρά. Δεν αισθάνομαι υποχρέωση, είναι κάτι που έχω επιλέξει να κάνω, θέλω να το κάνω σωστά· και για να έχει αποτέλεσμα θα πρέπει να βρίσκομαι εκεί όσο πιο συγκεντρωμένος και αφοσιωμένος γίνεται.
Στο τέλος της ημέρας θα δω αυτήν τη μία φωτογραφία, που μπορεί να κάνει κάτι σαν αυτά που λέγαμε πριν, και θα έχω μια μικρή ικανοποίηση ότι έχω κάνει σωστά αυτό που όταν ήμουν πολύ μικρός είχα πει ότι θα ξεκινήσω να κυνηγήσω σαν όνειρο.
● Πότε σου πρωτοήρθε η ιδέα;
Γύρω στα δεκαεφτά-δεκαοχτώ. Είδα ένα τεύχος του περιοδικού «Εψιλον» μ’ ένα ρεπορτάζ του Γιάννη Μπεχράκη για το Κόσοβο. Αυτό το τεύχος μού έκανε ένα κλικ πολύ σημαντικό, οπότε είπα ας ακολουθήσω αυτό το μονοπάτι.
● Ξεκινάς να δημοσιεύεις το 2009 ενώ έχει ξεκινήσει η κρίση στην Ελλάδα.
Αισθάνομαι λίγο περίεργα όταν το ξανασκέφτομαι. Αισθάνθηκα ακόμα μεγαλύτερο κίνητρο γιατί άρχισα να καταλαβαίνω ότι δεν ήταν απλώς μια ευκαιρία να κάνεις τη δουλειά σου, αλλά μια οπτική καταγραφή της ιστορίας που εξελισσόταν και μάλιστα στην ίδια σου τη χώρα. Κι αυτό έχει μεγάλη ευθύνη.

● Ο άνθρωπος που διασχίζει το Αιγαίο κι εκείνος που διασχίζει τα σύνορα στο Μεξικό είναι ο ίδιος; Αυτήν την αίσθηση δίνουν οι φωτογραφίες σου.
Ναι, είναι ο ίδιος άνθρωπος. Ενας, αυτός, χωρίς χρώμα, χωρίς φυλή, χωρίς τίποτα πια, διωγμένος, πονεμένος, φοβισμένος, αβέβαιος. Μου έλεγε ένα παιδί από το Μεξικό πως ήρθε μια συμμορία το βράδυ στο σπίτι του και τον πέταξαν έξω, τον χτύπησαν και του είπαν ότι έχει είκοσι τέσσερις ώρες για να φύγει από τη χώρα.
Ταυτόχρονα, κάποιος άλλος, από τη Συρία, λέει ότι το σπίτι του έχει καταστραφεί, έχει χάσει μέλη της οικογένειάς του και θέλει να προστατεύσει όσους έχουν μείνει ζωντανοί. Πώς να αισθανθείς οίκτο για κάποιον που κάνει κάτι τόσο εξωπραγματικό; Μόνο σεβασμό μπορείς να νιώσεις.

● Λένε πως ο φωτορεπόρτερ είναι τα μάτια του κόσμου. Μπορεί να γίνει και η φωνή εκείνων που δεν έχουν φωνή; Υπάρχει ένας αντικειμενικός τρόπος να μεταφέρεις όλες αυτές τις ιστορίες;
Είναι αμφίδρομο: μια εικόνα δημιουργείται από τους ανθρώπους που έχουμε μπροστά μας κι από την άλλη κάτι από εσένα θα υπάρχει στη φωτογραφία. Η αντικειμενικότητα έγκειται στον επαγγελματισμό σου. Ο επαγγελματισμός είναι αυτός που θα προσπαθήσει να κρατήσει την ισορροπία έτσι ώστε, αν είσαι φιλικά προσκείμενος προς κάτι, να μην το δείξεις εμφανώς.
Προφανώς ο καθένας μας πιστεύει σε κάποια πράγματα, αλλά η δουλειά μας είναι να δώσουμε στον θεατή τη δυνατότητα της ανάλυσης και της ερμηνείας αυτού που βλέπει.

● Η Αμερική υψώνει τείχη απέναντι στους μετανάστες, όπως και πολλές χώρες της Ευρώπης, που αποκλείουν πια το πέρασμα ακόμα και στους πρόσφυγες. Τα τείχη μπορούν να ανασχέσουν το κύμα των απελπισμένων ανθρώπων;
Τη θέληση και τη δύναμη να πας μπροστά δεν μπορεί να τη σταματήσει κανένα τείχος. Μπορείς μόνο να νιώσεις την ανάγκη τους για φυγή και να την καταλάβεις ώστε να μπορέσεις να τους δεχτείς.
● Από τις εικόνες που έχεις δει, ποια είναι χαραγμένη στο μυαλό σου;
Είναι κάποιες εικόνες τις οποίες δεν μπορείς εύκολα να τις ξεχάσεις. Μπορείς να τις βάλεις σε μια άκρη μέσα σου. Κάποιες φορές θα επανέρχονται και πρέπει να το διαχειριστείς. Αν το δεχτείς σαν κανονικότητα, θα χάσεις την ευαισθησία σου απέναντι στους ανθρώπους που θα φωτογραφίσεις στο μέλλον. Η ζωή έχει ελπίδα και οδύνη, ισορροπείς κάπου εκεί ανάμεσα και –δυστυχώς ή ευτυχώς– προχωράς.
Χαρακτηριστική είναι μία εικόνα τραβηγμένη το 2015 στη Λέσβο, μέρος του πρώτου Pulitzer, με έναν πρόσφυγα που προσπαθεί να σωθεί αφού βούλιαξε η βάρκα τους και κρατάει μέσα σε ένα σωσίβιο ένα μικρό παιδί. Την κοιτούσα και έλεγα πόσο εξωπραγματικό μπορεί να είναι αυτό που βλέπω; Οταν είδα την εικόνα στην οθόνη του υπολογιστή σοκαρίστηκα. Ηταν απίστευτο και ότι το είδα αυτό και ότι το φωτογράφισα.
