Συνομιλία με τρεις βουλευτές της γερμανικής Αριστεράς, τη Σουζάνε Χένινγκ-Βέλσοφ, την Ντανιέλα Τροχόφσκι και τον Χάραλντ Βολφ στα γραφεία της «Εφ.Συν.». Μιλούν για το πολιτικό σκηνικό στη Γερμανία, την άνοδο της Ακροδεξιάς, το μεταναστευτικό και τα βίαια επεισόδια στο Κέμνιτς.
«Το Die Linke μετρά ήδη 20 χρόνια ζωής και βρίσκεται μονίμως στην αντιπολίτευση. Μια χαρά είναι και η αντιπολίτευση, αλλά πρέπει να παλέψουμε και για την κυβέρνηση».
Η συνομιλήτριά μας, Σουζάνε Χένινγκ-Βέλσοφ, έχει ήδη πάρει μια καλή ιδέα του τι σημαίνει αριστερή διακυβέρνηση, τουλάχιστον σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης. Η ίδια είναι επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Die Linke (Αριστερά) στο κρατίδιο της Θουριγγίας, ένα από τα 16 ομόσπονδα κρατίδια της Γερμανίας (Länder).
Εκεί, η Αριστερά βρίσκεται ήδη στην κυβέρνηση μαζί με τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Πράσινους και ο τοπικός πρωθυπουργός Μπόντο Ράμελοφ προέρχεται από αυτό το κόμμα.
Η Θουριγγία, μαζί με το Βρανδεμβούργο και το Βερολίνο είναι τα τρία κρατίδια στα οποία η Αριστερά μετέχει στις τοπικές κυβερνήσεις συνεργασίας.
«Το Die Linke», μας εξηγεί η Σουζάνε Χένινγκ-Βέλσοφ, «δεν έχει αποφασίσει ακόμα αν θέλει να κυβερνήσει και σε ομοσπονδιακό επίπεδο».
Η ίδια, πάντως, πιστεύει ότι το κόμμα της πρέπει να θέσει στα σοβαρά αυτό τον στόχο. «Αρκεί», όπως μας λέει, «να δώσουμε συγκεκριμένες υποσχέσεις τις οποίες να μπορούμε να εφαρμόσουμε και στην κυβέρνηση. Αυτό θα παίξει αποφασιστικό ρόλο».
«Το ζητούμενο είναι να κυβερνήσουμε για να αλλάξουμε τους συσχετισμούς υπέρ της πλειονότητας των πολιτών στο μέτρο του δυνατού. Να δείξουμε ότι η κυβέρνηση είναι ένα εργαλείο για να αλλάξεις τα πράγματα, όχι για να αποκτήσεις, απλά, εξουσία και να μοιράζεις θέσεις, όπως κάνουν τα άλλα κόμματα» προσθέτει η έτερη συνομιλήτρια, η Ντανιέλα Τροχόφσκι, γενική γραμματέας του υπουργείου Οικονομικών στο κρατίδιο του Βρανδεμβούργου, επίσης στέλεχος του Die Linke.
Οι δύο γυναίκες, μαζί με τον Χάραλντ Βολφ, βουλευτή του Die Linke στο Κοινοβούλιο του κρατιδίου του Βερολίνου και ταμία του κόμματος, είναι τρία από τα μέλη μιας 10μελούς αντιπροσωπείας βουλευτών του κόμματος της γερμανικής Αριστεράς από διάφορα κρατίδια που επισκέφθηκε πρόσφατα στην Αθήνα και είχε συναντήσεις με κοινωνικούς φορείς και στελέχη της κυβέρνησης και της τοπικής αυτοδιοίκησης, ανάμεσά τους τους υπουργούς Ε. Αχτσιόγλου, Ε. Τσακαλώτο, Γ. Δραγασάκη, τον πρόεδρο της Βουλής Ν. Βούτση και την περιφερειάρχη Ρένα Δούρου.

Τα τρία στελέχη του Die Linke επισκέφθηκαν και τα γραφεία μας στην «Εφ.Συν.». Με τα βίαια επεισόδια στο Κέμνιτς (πρώην Καρλ Μαρξ Σταντ) να είναι πολύ πρόσφατα, ήταν φυσικό η κουβέντα μας να εστιάσει στην άνοδο του ακροδεξιού εξτρεμισμού στη Γερμανία.
«Αυτό που έγινε στο Κέμνιτς έβγαλε στην επιφάνεια ένα πρόβλημα που αφορά ολόκληρη τη Σαξονία και την Ανατολική Γερμανία» μας λέει η Ντανιέλα Τροχόφσκι, η οποία, συμπτωματικά, μεγάλωσε σε εκείνη την πόλη.
«Μία από τις αιτίες», συνεχίζει, «είναι ότι τη δεκαετία του 1990 διαλύθηκαν οι δομές και ο κοινωνικός ιστός της DDR. Τότε χάθηκε σχεδόν μια ολόκληρη γενιά, που δεν μπόρεσε να ξανασταθεί στα πόδια της. Πολλοί νιώθουν ότι δεν έχουν φωνή. Νιώθουν εδώ και χρόνια πολίτες β΄ κατηγορίας κι αυτό μετατρέπεται σε οργή. Οταν ήρθαν και οι πρόσφυγες, βρήκαν σε αυτούς έναν αποδιοπομπαίο τράγο για την πικρία τους. Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία γι’ αυτό, απολύτως. Είναι, απλά, μια ερμηνεία. Επιπλέον, στη Σαξονία είχε για χρόνια την πλειοψηφία στην κυβέρνηση το CDU (Χριστιανοδημοκράτες) κι έτσι, εκεί άφησε πιο έντονο το στίγμα της η Δεξιά από ό,τι σε άλλα κρατίδια. Αυτό δεν έγινε π.χ. στο Βρανδεμβούργο. Εκεί έχουμε δείξει πώς μπορεί κανείς να αντισταθεί στον ακροδεξιό εξτρεμισμό. Η Σαξονία δεν έχει βιώσει μια τέτοια διαδικασία, τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια».
«Το πρόβλημα του ακροδεξιού εξτρεμισμού δεν αναγνωρίζεται και δεν είναι επεξεργάσιμο» συνεχίζει η Σουζάνε Χένινγκ-Βέσλοφ. «Υπάρχουν μελέτες που μας δείχνουν ότι στη Σαξονία, στη Θουριγγία, στο Βρανδεμβούργο και σε άλλα κρατίδια, περίπου το ένα τέταρτο του πληθυσμού κλίνει προς τις ιδέες της Ακροδεξιάς. Είναι κόσμος που δεν τολμούσε να στηρίξει ανοιχτά το νεοναζιστικό NDP, αλλά το AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία) του έδωσε πλατφόρμα έκφρασης και φωνή».
«Ενα νέο στοιχείο είναι ότι το AfD ενσωμάτωσε νεοναζί, ανθρώπους που χαιρετούν φασιστικά κ.λπ., κάτι που παλιότερα ήταν ταμπού. Κι αυτή είναι μια ανησυχητική εξέλιξη» σχολιάζει ο Χάραλντ Βολφ, ο οποίος θεωρεί ότι, εκτός από τον πρωθυπουργό της Σαξονίας, Μίχαελ Κρέτσμερ, μερίδιο ευθύνης φέρουν και η κεντρική κυβέρνηση και κυρίως ο υπουργός Εσωτερικών Χορστ Ζεεχόφερ.
Ενα στοιχείο που μας επισημαίνουν οι συνομιλητές μας είναι ότι, αντίθετα με την επικρατούσα εντύπωση, η πλειονότητα όσων πρωταγωνιστούν στα ρατσιστικά επεισόδια, καθώς και των ψηφοφόρων του AfD, δεν προέρχονται από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα.
Στην πραγματικότητα, είναι μεσοαστοί (δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι, δικηγόροι, δικαστές, καθηγητές, αστυνομικοί… όπως δείχνουν οι στατιστικές) οι οποίοι βλέπουν ως απειλή για τη δική τους ευημερία τους πρόσφυγες και τους μετανάστες.
Από την άλλη, οι συνομιλητές μας βλέπουν με μεγάλη ελπίδα την απάντηση που δόθηκε από την Αριστερά και το αντιφασιστικό κίνημα.
«Οφείλουμε ένα “μπράβο” στους πολίτες που βγήκαν να διαδηλώσουν, έκαναν το σωστό και μας έδειξαν τον δρόμο» σχολιάζει η Ντανιέλα Τροχόφσκι.
Ενα άλλο θλιβερό στοιχείο που επισημαίνουν είναι ότι στη Γερμανία όλα τα κόμματα, εκτός από το Die Linke, έχουν ενσωματώσει λίγο ώς πολύ τις θέσεις της Δεξιάς: «Π.χ. δεν θέλουμε πρόσφυγες, τα σύνορά μας είναι διάτρητα, να κλείσει η Ευρώπη τα σύνορά της για να μην έρχονται άλλοι…».
Παρ’ όλο που, όπως μας λένε, η καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ είναι πολύ προσεκτική στις διατυπώσεις της και τόσο η κυβέρνηση όσο και οι Χριστιανοδημοκράτες είναι διαιρεμένοι ως προς το προσφυγικό/μεταναστευικό ζήτημα.
Τους ρωτάμε αν πιστεύουν ότι η ίδια η Μέρκελ, παρά τους επαίνους που έχει δεχτεί για τη στάση της απέναντι στο προσφυγικό, συνέβαλε στην άνοδο της ξενοφοβίας με την προπαγάνδα για τους «τεμπέληδες του Νότου».
«Η Μέρκελ αποφάσισε να δεχτεί τους πρόσφυγες που δεν ήθελε η Αυστρία» απαντά η Ντανιέλα Τροχόφσκι. «Είπε “μπορούμε να τα καταφέρουμε” κι ανάγκασε και το CDU και την Ομοσπονδιακή Βουλή να το δεχτεί. Από την άλλη, βέβαια, νωρίτερα, τόσο αυτή όσο και ο Σόιμπλε δεν έδειξαν καμία αλληλεγγύη προς την Ελλάδα κι αυτή η στάση επηρέασε τον κόσμο κι εντυπώθηκε στην κουλτούρα της χώρας. Το να μην επιδεικνύουμε αλληλεγγύη στους άλλους».
«Οπως και να έχει, η Μέρκελ ακολουθεί μια πολιτική οικονομικού εθνικισμού. Ο δε δημόσιος λόγος για την Ελλάδα ήταν συκοφαντικός και σε κάποια σημεία φασιστικός», παίρνει τη σκυτάλη ο Χάραλντ Βολφ. «Δεν είναι λοιπόν άξιο απορίας το ότι έχει καταρρακώσει την ιδέα της αλληλεγγύης στη γερμανική κοινωνία και της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης».
Η ευρωκρίση, πιστεύει, υπήρξε καταλύτης για την άνοδο του AfD και το ζήτημα της Ελλάδας και στη συνέχεια το προσφυγικό ήταν αυτά που τροφοδότησαν κατά κύριο λόγο τον ακροδεξιό λαϊκισμό.
Ποια είναι η γνώμη τους για την ανάδυση ενός νέου αριστερού κινήματος από την κοινοβουλευτική εκπρόσωπο του Die Linke, Σάρα Βάγκενκνεχτ, που θα έχει αυστηρή στάση ως προς το μεταναστευτικό;
«Δεν είναι ρεαλιστικό να αντιπαλεύεις την Ακροδεξιά με ιδέες όπως να κλείσουμε τα σύνορα, να περιορίσουμε τη μετανάστευση και να υιοθετείς τη λογική της Δεξιάς ότι το πρόβλημα είναι οι μετανάστες» απαντά ο Χάραλντ Βολφ.
«Αυτό διαλύει την έννοια της κοινωνικής αλληλεγγύης. Είδαμε και στη Σουηδία πώς κυριάρχησε στην προεκλογική εκστρατεία, ακόμα κι από την πλευρά των Σοσιαλδημοκρατών, το ζήτημα για μια πολύ περιοριστική μεταναστευτική πολιτική. Η όλη εμπειρία δείχνει ότι τέτοιου τύπου “παραχωρήσεις” από την πλευρά της Αριστεράς δεν αποδυναμώνουν τη Δεξιά, αλλά, αντίθετα, την ενισχύουν. Η θέση του δικού μας κόμματος είναι ότι το πρόβλημα δεν είναι οι μέσα και οι έξω, οι γηγενείς και οι ξένοι, αλλά οι πάνω και οι κάτω. Το ζητούμενο είναι να εργαστούμε όλοι εμείς από κοινού για το δικό μας συμφέρον».
