Οι καλές στιγμές του Γιάννη Πανούση, πριν γίνει κι ο ίδιος άλλος ένας στόχος φασιστικού τύπου επίθεσης από άγνωστους δράστες.
Σήμερα κι ενώ ο ίδιος διέθετε και διαθέτει την πλήρη συμπαράσταση όλων όσοι σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και την προστασία τους, προτίμησε να καταφύγει στη γνωστή μέθοδο στοχοποίησης δια των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων διαγράφοντας με μιας τη δική του σημαντική πορεία στο χώρο των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είτε από απογοήτευση, είτε από φόβο, είτε από έπαρση, είτε από πίκρα οδηγήθηκε σήμερα στην ακατανόητη για τον ίδιο και τις απόψεις του ανατροπή προκρίνοντας την παλιά γνωστή μέθοδο του υπονοούμενου, της σπίλωσης, της αυθαίρετης ερμηνείας αποσπασματικών λόγων και τελικά την καθυστερημένη προσφυγή στη δικαιοσύνη.
Η Κοινωνιολογία της κλούβας
Το κείμενο ήταν γραμμένο με αφορμή μια «κοινωνιολογική μελέτη» που είχε διεξαχθεί με βάση τα χαρακτηριστικά των περίπου 500 νεαρών που είχαν συλληφθεί μέσα στο Πολυτεχνείο στις 17/11/1995. Πρόθεση της έρευνας ήταν να μελετήσει τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των 529 συλληφθέντων και να εξαγάγει συμπεράσματα για τους λόγους που τους ώθησαν να βρεθούν εκείνο το βράδυ στο Πολυτεχνείο.
Είχε τότε ζητηθεί η γνώμη του Γιάννη Πανούση την ανήκουστη αυτή «έρευνα»
«Διαφωνώ με κάθε είδους ανά-κρίσεις. Ιδίως με όσες προσομοιάζουν με επιστημονικές έρευνες αναζήτησης της αλήθειας (ποιανού; γιατί;) και καταλήγουν σε άστυ-νομικές διαπιστώσεις (ή διατυπώσεις). Δεν έχω υπόψη μου καμία συγκεκριμένη ανάλυση των στοιχείων (της ζωής ή της ταυτότητας) των συλληφθέντων (κατά τριάδες) έγκλειστων στο Πολυτεχνείο πέρυσι. Κι αν είχα δεν θα ‘δινα και πολύ μεγάλη σημασία στα ονόματα, στους αριθμούς και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Η εξέγερση είναι βίωμα (ατομικό και συλλογικό) και όχι μαθηματικός τύπος. Ο εξεγερμένος (όπως άλλωστε και ο συλληφθείς) δεν είναι αντικείμενο “έρευνας”, αλλά υποκείμενο δικαιωμάτων και σεβασμού της αξιοπρέπειάς του. Κι ας μην ξεχνάμε: η άγνοιά μας για τους γύρω μας δεν είναι τίποτ’ άλλο από το άθροισμα των (τάχα) ακλόνητων αληθειών για το προφίλ του καθενός».
Γιάννης Πανούσης, Πρύτανης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου (Ελευθεροτυπία, 23/11/1996)
Από το καλοκαίρι του 1993, η «Ελευθεροτυπία» είχε αποκαλύψει ότι οι κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας (ΕΥΠ, Αστυνομία και το Α2 του Στρατού) παρακολουθούσαν 127 “αιρέσεις” και προσπαθούσαν να “βάλουν στο χέρι” τα μέλη τους, όπως τους είχε υποδείξει το διωκτικό τμήμα της επίσημης Εκκλησίας. Μετά το θόρυβο που ξέσπασε και τις διαβεβαιώσεις της πολιτικής ηγεσίας, ότι πρόκειται για εξωθεσμικές και παράνομες δραστηριότητες, ο “αντιαιρετικός αγώνας” πέρασε σχεδόν αποκλειστικά στα χέρια ορισμένων αστέρων του Τύπου.
Ξανά τότε είχε και πάλι ζητηθεί η γνώμη του Γιάννη Πανούση
Δια-σταυρώνουμε;
Λάθη κάνουν όλοι. Εσφαλμένες εκτιμήσεις, αντιφατικά στοιχεία, ατεκμηρίωτες προβλέψεις παρεισφρέουν σε κάθε ανάλυση/προσέγγιση και οδηγούν σε ψευδή ή απατηλά συμπεράσματα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν νομίζω ότι υπεισήλθε ο παράγοντας “λάθος”, αλλά κατίσχυσε ο παράγοντας “πάθος”.
Η προκατάληψη, η έμμονη ιδέα, η ανάγκη επιβεβαίωσης της αρχικής (και αιώνιας;) υποψίας υπερακόντισαν τη δημοσιογραφική δεοντολογία και ώθησαν τους ερευνητές/εξιχνιαστές της “μεγάλης συνωμοσίας”, σε ολισθηρά μονοπάτια.
Απευθύνθηκαν σε δομές και θεσμούς που αφενός είχαν ήδη εκδηλώσει την “προ- διάθεσή” τους απέναντι στη συγκεκριμένη υπόθεση κι αφετέρου δεν διαθέτουν παράδοση στη διατύπωση προοδευτικών και ανεξάρτητων γνωμών.
Η κατανόηση και η συγνώμη μπορεί να αρκούν για το τυπικό μέρος, αλλά δεν απαλλάσσουν τον οποιονδήποτε (και κυρίως το δημοσιογράφο) από την ηθική ευθύνη και “την ευθύνη του παραδείγματος”.
Εάν ο διαμορφώνων την κοινή γνώμη δεν φροντίζει να (αυτό)διαμορφώσει lege artis και με ήσυχη τη συνείδησή του, τη δική του άποψη, τότε όλοι όσοι δεν ακολουθούν την αγελαία ή αγοραία εκδοχή της ζωής πρέπει να νιώθουν ιδιαίτερα ανασφαλείς.
Γιάννης Πανούσης, Καθηγητής Επικοινωνίας και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (Ελευθεροτυπία, 14/3/1998)
Τέλος πριν τη δίκη των κατηγορουμένων της οργάνωσης 17 Νοέμβρη κι ενώ στο στόχαστρο των ΜΜΕ είχαν μπει με ανθρωποφαγικό τρόπο οι συνήγοροι των κατηγορουμένων σε ρεπορτάζ του Ιού με τίτλο «Οι συνήγοροι των… διαβόλων» αποτυπώναμε τη στάση των δικηγόρων απέναντι στους συγκεκριμένους συναδέλφους τους
Την τιμή του δικηγορικού κόσμου σώζουν ελάχιστοι επιφανείς νομικοί οι οποίοι επιμένουν να υπερασπίζονται τα αυτονόητα: το τεκμήριο αθωότητας, την ιερή υποχρέωση ύπαρξης δικηγόρου ανεξάρτητου από την εισαγγελική αρχή, την ανάγκη να μην υιοθετηθούν έκτακτα εξωθεσμικά μέτρα κατά παράβαση του Συντάγματος, κ.λπ. Θα αναφέρουμε ειδικά τον καθηγητή Γιάννη Μανωλεδάκη, ο οποίος, σε πρόσφατη εκδήλωση της Επιτροπής Συνταγματικών Δικαιωμάτων του ΔΣΑ αποκάλυψε με στέρεο νομικό λόγο την επιχειρούμενη εκτροπή από τα αυτονόητα.
Στην ίδια κατεύθυνση μίλησαν οι καθηγητές Παρασκευόπουλος και Πανούσης, και ο βουλευτής Φοίβος Ιωαννίδης. Ολοι επέκριναν την εκστρατεία κατά των συνηγόρων υπεράσπισης. Δυστυχώς, όμως, οι φωνές αυτές είναι εξαιρετικά μειοψηφικές και η σοβαρότητα με την οποία διατυπώνονται οι απόψεις αυτές τις καθιστά ελάχιστα δημοφιλείς για τα μέσα ενημέρωσης.
(Ελευθεροτυπία, 29/12/2002)
