ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χάρης Ιωάννου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μπορεί εντός Ελλάδας να επικρατεί «ομερτά» για το σκάνδαλο των υποκλοπών, πλην συγκεκριμένων ΜΜΕ, αλλά στην ευρωπαϊκή δημοσιογραφία δεν συμβαίνει το ίδιο. Στη συνέντευξή του στο podcast «Power Play» του Politico ο Κυριάκος Μητσοτάκης ρωτήθηκε σχετικά και είπε ότι «είναι ένα σοβαρό θέμα». Αμέσως όμως το διόρθωσε κατευθείαν, λέγοντας «ήταν ένα σοβαρό θέμα, αναγνώρισα ότι έγιναν λάθη». Σωστά, κάθε κουκούλωμα προϋποθέτει και αόριστο, όχι ενεστώτα. Στη συνέχεια η δημοσιογράφος τον ρωτάει για τις παρεμβάσεις και το ζητήματα ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα, με τον πρωθυπουργό να απαντάει ότι κάνει… μεταρρυθμίσεις. Πολύ καλό…

Και ακολουθεί η ερώτηση-κλειδί, αν αναλαμβάνει ο ίδιος την πολιτική ευθύνη για το σκάνδαλο των υποκλοπών. Απαντάει λοιπόν ο πρωθυπουργός, με ένα αμήχανο (κρίντζι) γέλιο, γιατί δεν έχει συνηθίσει να του κάνουν δύσκολες ερωτήσεις, ότι «στο τέλος της ημέρας, για ό,τι πάει στραβά στη χώρα, μπορεί κανείς να υποθέσει ότι ο πρωθυπουργός είναι αυτός που έχει ευθύνη». Και μετά λέει τη μόνιμη δικαιολογία: «Θα πρέπει να σας υπενθυμίσω ότι όταν οι πολίτες προσέρχονται στις κάλπες, εξετάζουν συνολικά τις επιδόσεις μιας κυβέρνησης. Φυσικά, αναγνώρισα εξ αρχής ότι αυτό ήταν μια προβληματική περιοχή. Ο κόσμος κοίταξε τις επιδόσεις μας, αξιολόγησε το συνολικό μας έργο και μας εμπιστεύτηκε να συνεχίσουμε να κυβερνάμε τη χώρα».

Τι είπε με άλλα λόγια; Το γνωστό ρητό: «Πήραμε 41%, τι θέλετε τώρα;». Αγνωστο βέβαια από πότε οι εκλογές είναι πλυντήριο πολιτικών (και ίσως και ποινικών;) ευθυνών για ένα σκάνδαλο ή για οποιαδήποτε υπόθεση. Αν ισχύει αυτό, τότε γιατί συζητούσαμε εν έτει 2023 για το δημοψήφισμα του 2015, τα capital controls, το Μάτι, τη Μάνδρα; Δεν «κρίθηκαν» αυτά στις κάλπες του 2015 ή του 2019; Και ακόμη μία απορία: Τι θα συμβεί αν ασκηθούν τίποτα διώξεις για κακούργημα σε συγκεκριμένα στελέχη της ΕΥΠ και μετά σιγά σιγά αρχίσουν να ανοίγουν στόματα μέχρι να φτάσουμε στον σεκιουριτά και στον φοβισμένο που μοιράζει εξώδικα; Μην αγχώνεστε, παιδιά, όσο κουκούλωμα και να πέσει, κάποτε η αλήθεια θα αποκαλυφθεί.

«Αυτή τη στιγμή, ακόμα και ο Τσίπρας να παρέμβει, δεν σώζεται η κατάσταση» στον ΣΥΡΙΖΑ, είπε ο ευρωβουλευτής Στέλιος Κούλογλου. Δηλαδή «μπουρλότο»;

Στο άλλο μέτωπο, αυτό των κυνικών δηλώσεων Γεωργιάδη για τα Τέμπη και τις εξεταστικές (αλλά και τις υποκλοπές) «που δεν ενδιαφέρουν κανέναν», ο πολυλογάς υπουργός Εργασίας βγήκε να ζητήσει δέκα φορές συγγνώμη και άλλες τόσες να δώσει διευκρινίσεις. Οπως μαθαίνω, στελέχη της Ν.Δ. και της κυβέρνησης έσπευσαν εγκαίρως από την Τετάρτη να συστήσουν στον Γεωργιάδη να ανακαλέσει, αλλά εκείνος δεν μπορούσε να παραδεχτεί το ολίσθημα. Επρεπε ίσως να καταλάβει πρώτα ότι εκνευρίστηκε ο ίδιος ο Μητσοτάκης. Αλλωστε και μόνο η φράση του κυβερνητικού εκπροσώπου ότι «τα στελέχη μας πρέπει να προσέχουν τις διατυπώσεις τους» είναι ενδεικτική. Για παραίτηση ούτε συζήτηση, σας τα γράφαμε από χθες, σαν να είχαμε… κληρονομικό χάρισμα μέντιουμ.

Σημειωτέον ότι ο Αδωνις ζήτησε συγγνώμη μόνο από τους συγγενείς των θυμάτων γιατί «αυτοί μπορεί να έχουν υπερβολική ευαισθησία». Δεν θέλω να στεναχωρήσω τον υπουργό, αλλά όλοι έχουμε «υπερβολική ευαισθησία» όταν σκοτώνονται 57 άνθρωποι επειδή το ελληνικό κράτος είναι ανίκανο να φροντίσει ότι τα τρένα δεν θα κάνουν μετωπική. Πάντως, με την ίδια λογική, γιατί ο Γεωργιάδης δεν μας έλεγε κάποτε ότι «κανένας δεν ενδιαφέρεται για το αν θα γίνει έρευνα για το Μάτι ή τη Novartis» και προτιμούσε τις αξέχαστες δηλώσεις «θα τους γδάρω»;

Με ενδιαφέρον αλλά και αρκετές απορίες διάβασα τη συνέντευξη στην «Οικονομική Επιθεώρηση» του αντιπροέδρου του ΣΕΒ, Σπύρου Θεοδωρόπουλου, ο οποίος, απ’ ό,τι ακούω, προαλείφεται για νέος πρόεδρος του Συνδέσμου. Ο γνωστός επιχειρηματίας επί της ουσίας ζητάει περαιτέρω απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων με αντάλλαγμα καλύτερες αμοιβές, λέγοντας ότι «δεν είναι δουλειά του κράτους να εξασφαλίζονται σωστές εργασιακές συνθήκες, αυτό είναι δουλειά των εργοδοτών και των εργαζομένων». Σημείωσε ακόμη ότι «ένας από τους λόγους που μπήκαμε στην κρίση ήταν ότι είχαμε πλούσιους, αλλά δεν είχαμε αστική τάξη στην Ελλάδα. Και η αστική τάξη που είχαμε δεν θέλησε και φοβήθηκε να παίξει τον ρόλο της». Δεν μας εξήγησε βέβαια γιατί έγιναν οι πλούσιοι πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι, ούτε πώς θα κλείσουν οι ανισότητες αν ξεχαρβαλώσουμε τα πάντα, όπως ζητάει.