Στην πιο δύσκολη φάση φαίνεται ότι εισέρχονται από την Κυριακή στο Μον Πελεράν της Ελβετίας οι διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό, όπως φάνηκε από τις κοινές δηλώσεις του Νίκου Αναστασιάδη και του Αλέξη Τσίπρα χτες το βράδυ στο Μαξίμου.
Η συνάντηση Τσίπρα και Αναστασιάδη διήρκεσε μία ώρα και 50 λεπτά, παραπάνω δηλαδή ώρα από όση προβλεπόταν, ενώ οι δύο ηγέτες συμφώνησαν σε δύο σημεία: ότι έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στις διακοινοτικές συνομιλίες, αλλά και ότι τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται οριστικό μέχρι να προκύψει συνολική συμφωνία.
Με δεδομένο μάλιστα το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για τις συνομιλίες, ο πρωθυπουργός φαίνεται να εξετάζει το πώς θα επιτευχθεί η συνεννόηση όλων των πολιτικών δυνάμεων στην Ελλάδα, κρατώντας όμως απόσταση ασφαλείας από τις συνομιλίες Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.
Ο Αλέξης Τσίπρας επανέλαβε, με έμφαση αυτή τη φορά, τη θέση του για το μείζον διεθνές ζήτημα των διαπραγματεύσεων: υπογράμμισε ότι η λύση πρέπει να προβλέπει τη σύσταση ενός κράτους «χωρίς κατοχικά τουρκικά στρατεύματα και με κατάργηση του αναχρονιστικού συστήματος των εγγυήσεων».
Επανέλαβε δε αυτό που είπε και παρουσία του προέδρου των ΗΠΑ, ότι «το Κυπριακό δεν είναι ένα διμερές αλλά ένα διεθνές πρόβλημα που ξεκίνησε από την παράνομη εισβολή και κατοχή από τα τουρκικά στρατεύματα».
«Σημαντική πρόοδος πράγματι φαίνεται να έχει σημειωθεί» συμπέρανε ο Αλέξης Τσίπρας, ενώ εξετάστηκαν οι εξελίξεις στις συζητήσεις Αναστασιάδη και Ακιντζί στο ζήτημα του εδαφικού και τις πτυχές του περιουσιακού.
«Στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό δεν μπορεί να θεωρείται τίποτα συμπεφωνημένο μέχρις ότου συμφωνηθούν τα πάντα», συμπλήρωσε ο πρωθυπουργός και υπογράμμισε την ελπίδα και την προσδοκία ότι «θα υπάρξει συναντίληψη πρωτίστως για τα κριτήρια των εδαφικών αναπροσαρμογών, τα οποία και θα αποτυπωθούν σε συγκεκριμένο χάρτη».
Ξεκαθάρισε πάντως ότι η Ελλάδα θα «εμπλακεί συγκεκριμένα στο διεθνές ζήτημα της ασφάλειας» και επισήμανε ότι το θέμα μπορεί να λυθεί «σε πολυμερές επίπεδο μόνο στη βάση της συμφωνίας της κατάργησης του αναχρονιστικού συστήματος των εγγυήσεων και για την πλήρη αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από το νησί».
Μια και οι διαπραγματεύσεις απαιτούν -όπως είπε- «σταθερότητα στις αρχές μας, προσοχή, ψυχραιμία, αλλά και γενναίες αποφάσεις», ο πρωθυπουργός επέμεινε ότι όλες οι πολιτικές δυνάμεις στη χώρα πρέπει να ενημερωθούν, καθώς «βρισκόμαστε σε κρίσιμη καμπή».
Συμβούλιο πολιτικών αρχηγών
Αυτή η τελευταία επισήμανση ισοδυναμεί ουσιαστικά με προετοιμασία του Αλέξη Τσίπρα να ζητήσει, αν κριθεί αναγκαίο, να συγκληθεί το συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών, απόφαση όμως που θα απαιτήσει πολλή προσοχή, καθώς η Ελλάδα έχει σταθερή στάση τήρησης αποστάσεων ασφαλείας από τις συνομιλίες για την Κύπρο, ώστε να μην παρομοιαστεί με τη στάση που κρατά η Τουρκία έναντι των Τουρκοκυπρίων.
Ο Κύπριος πρόεδρος από την πλευρά του επισήμανε ουσιαστικά ότι εάν υπάρξει κατάληξη στα ζητήματα του εδαφικού, τότε υπάρχει το ενδεχόμενο να διεξαχθεί πολυμερής διάσκεψη. Εθεσε βέβαια ως πρόσθετη προϋπόθεση ότι μέχρι τότε θα υπάρξει εντατικοποίηση του διαλόγου ώστε να ξεπεραστούν οι όποιες εναπομένουσες διαφορές αλλά και να δοθεί ο χρόνος ώστε να γίνουν διαβουλεύσεις για το θέμα των εγγυήσεων.
Επισήμανε δε ότι «δεν νοείται ευρωπαϊκό κράτος να είναι υπό την εγγύηση οποιασδήποτε ξένης χώρας» και συμπλήρωσε: «Θέλω να πιστεύω ότι και η άλλη πλευρά θα επιδείξει την ίδια καλή διάθεση και κατανόηση». Εστίασε δε στο ότι η ρητορική της Τουρκίας πρέπει να συνοδευτεί εμπράκτως με ενθάρρυνση και στήριξη του Τουρκοκύπριου ηγέτη.
Ο Νίκος Αναστασιάδης ευχαρίστησε τον Αλέξη Τσίπρα για τη στήριξη στις συνομιλίες που εκφράστηκε και από τις επαφές που είχε με τον Μπαράκ Ομπάμα.
Η Αθήνα έλεγε την Τρίτη ότι ιδιαίτερες συνομιλίες για το Κυπριακό μεταξύ Ομπάμα και Τσίπρα δεν υπήρξαν, ωστόσο φαίνεται ότι σε διπλωματικό και πολιτικό επίπεδο υπήρξαν διαβουλεύσεις, με δεδομένη την παρουσία της Βικτόρια Νούλαντ, υφυπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, στην Αθήνα στο πλάι του προέδρου της χώρας.
Ο Μπαράκ Ομπάμα εμφανίστηκε άλλωστε καλά ενημερωμένος και δήλωσε ότι «εάν τα μυαλά των δύο ηγετών κάπου συναντηθούν, τότε θα μπορούσαμε όλοι μας, συμπεριλαμβανομένης της διεθνούς κοινότητας, της Ελλάδας, της Τουρκίας και των ΗΠΑ, να υποστηρίξουμε αυτή τη συμφωνία».
Σημείωσε μάλιστα ότι «εάν βρεθεί ένας μηχανισμός για μία μεταβατική κατάσταση από το σημερινό status quo προς μία μελλοντική κατάσταση, αυτό το οποίο φαντάζονται και επιθυμούν και οι δύο πλευρές θα το υποστηρίξουμε και εμείς».
