«Δεν οδηγεί πουθενά». Με αυτές τις τρεις λέξεις περιέγραψε τη μείωση των τιμών των εκτός πατέντας και των γενόσημων φαρμάκων χθες ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Ξανθός, μιλώντας στο 4ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ασθενών. Ο,τι δηλαδή την προηγούμενη ημέρα είχε υπογράψει η κυβέρνησή του με τους δανειστές.
Κι εξήγησε: «Μειώνεται η δημόσια δαπάνη και αυξάνεται η συμμετοχή των ασθενών. Δημιουργείται ένα κλίμα υγειονομικής φτώχειας και οικονομικά αδύναμοι άνθρωποι αποκλείονται από τις απαραίτητες υπηρεσίες φαρμακευτικής κάλυψης».
Η διαπραγμάτευση με τους εκπροσώπους των δανειστών σε ό,τι αφορά την πολιτική φαρμάκου κατέληξε σε φιάσκο.
Η κυβέρνηση αποδέχτηκε πλήρως μια παλαιά απαίτηση των δανειστών που θα εκτοξεύσει τις συμμετοχές των αρρώστων στα αποζημιούμενα από τον ΕΟΠΥΥ φάρμακα, για τα οποία σήμερα πληρώνουν μεσοσταθμικά συμμετοχή πάνω από το 25%, που αντιστοιχεί σε 622 εκατ. ευρώ ετησίως, σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας.
Την ίδια ώρα θα απαξιώσει το ελληνικό φάρμακο, γεγονός που θα οδηγήσει με ταχύτητα στη διάλυση της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, απώλεια θέσεων εργασίας, προστιθέμενης αξίας για τη χώρα.
«Ο μηχανισμός προστασίας («κόφτης») 12 ευρώ και 7,8 ανά συσκευασία, που θα εξαλειφθεί σταδιακά μέχρι το τέλος του 2017, όπως υπέγραψαν κυβέρνηση και δανειστές, είναι μια κίνηση άνευ δημοσιονομικού κέρδους που θα προκαλέσει ένα μεγάλο κύμα υποκατάστασης των φτηνών φαρμάκων με ακριβά», εξηγεί μιλώντας στην «Εφ.Συν» ο εντεταλμένος σύμβουλος της Πανελλήνιας Ενωσης Φαρμακοβιομηχανίας (ΠΕΦ), Βασίλης Πενταφράγκας.
«Πρόκειται για έναν λογιστικό και τελείως ανορθολογικό τρόπο αντιμετώπισης της φαρμακευτικής δαπάνης, απουσία εργαλείων όπως είναι η αξιολόγηση και η αποζημίωση. Η επιμονή πίεσης των τιμών των φτηνών φαρμάκων είναι παραλογισμός», προσθέτει.
Ας σημειωθεί ότι το κόστος των φτηνών γενόσημων (κάτω των 7,8 ευρώ όπου βρισκόταν ο «κόφτης») που αποζημιώνει ο ΕΟΠΥΥ ήταν 77 εκατομμύρια ευρώ το 2014, τη στιγμή που τα φάρμακα υψηλού κόστους κόστισαν 650 εκατομμύρια ευρώ.
«Η μείωση των τιμών των ελληνικών φαρμάκων από το όριο των 7,8 ευρώ στο 1 ευρώ, στην πράξη, θα σημάνει την προφανή αδυναμία παραγωγής τους, την αντικατάστασή τους από εισαγόμενα φάρμακα τα οποία στοιχίζουν από 20 έως 50 ευρώ, τη διάλυση της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας, που αποτελεί έναν από τους ελάχιστους υγιείς πυλώνες ανάπτυξης και απασχόλησης της χώρας μας, με 11.000 εργαζομένους», επισημαίνει σε ανακοίνωσή της η Πανελλήνια Ενωση Φαρμακοβιομηχανίας (ΠΕΦ).
Μείωση τιμής
Την πενταετία 2010-2015 οι τιμές των εγχώριων φαρμάκων μειώθηκαν σε ποσοστό που υπερβαίνει το 60%.
Αντίστοιχα έπεσαν και οι τιμές των πρωτότυπων φαρμάκων, off και on patent κατά 40% και 30%.
αρ’ όλα αυτά, «καθημερινά οι ασφαλισμένοι πάνε στα φαρμακεία να πάρουν τα φάρμακά τους και πληρώνουν περισσότερο», επισημαίνει ο Β. Πενταφράγκας.
Τα προηγούμενα χρόνια όλες οι κυβερνήσεις μείωναν τις τιμές των φαρμάκων, ωστόσο οι ασθενείς συνέχιζαν να βάζουν όλο και πιο βαθιά το χέρι στην τσέπη για την αγορά τους.
Κι αυτό διότι το ποσόν που πληρώνει ο ασθενής δεν εξαρτάται από τη λιανική τιμή του φαρμάκου, αλλά και από την ασφαλιστική τιμή του.
Εκείνη δηλαδή που αποζημιώνει το ασφαλιστικό ταμείο, που είναι κατά κανόνα μικρότερη από τη λιανική τιμή και η οποία ως επί το πλείστον βασίζεται στην τιμή του γενόσημου φαρμάκου.
Επομένως όσο χαμηλώνουν οι τιμές των γενοσήμων τόσο θα χαμηλώνουν και οι ασφαλιστικές τιμές. Οταν ένα φάρμακο κοστίζει 20 ευρώ και το γενόσημό του 7,8 ευρώ (εκεί που ήταν μέχρι σήμερα ο «κόφτης»), η ασφαλιστική τιμή που παίρνει είναι 7,8 ευρώ.
Ο ασθενής τότε πληρώνει το 25% των 7,8 ευρώ και τα 12,2 ευρώ διαφορά (λιανική-ασφαλιστική τιμή).
Οταν το γενόσημο πέσει στο 1 ευρώ, άρα και η ασφαλιστική του τιμή, τότε ο ασθενής θα κληθεί να πληρώσει το 25% του 1 ευρώ και τα 19 ευρώ διαφορά.
Με τη μέθοδο αυτή που συνεχίζει να εφαρμόζεται μειώνεται η φαρμακευτική δαπάνη για το κράτος, ωστόσο το κόστος μετακυλίεται στον ασθενή.
