Να σταματήσει τη συνεχή αναζήτηση των περίφημων «ισοδυνάμων» καλεί την κυβέρνηση το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, προειδοποιώντας ότι η αβεβαιότητα που προκαλεί η σχετική συζήτηση αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για την ανάκαμψη της οικονομίας.
«Ο υπαρκτός κίνδυνος είναι η χώρα να διολισθήσει σε βαθύτερη ύφεση ή και σε μακροχρόνια στασιμότητα», επισημαίνει το Γραφείο στη νέα τριμηνιαία έκθεσή του (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2015), την πρώτη μετά την υπογραφή του 3ου Μνημονίου τον περασμένο Αύγουστο.
Αν και αναγνωρίζει ότι τα ισοδύναμα σε «ορισμένες περιπτώσεις» έχουν νόημα, στην πράξη, τονίζει, τροφοδοτούν την αβεβαιότητα σε συνδυασμό και με τις «ασάφειες» σε φορολογικά ζητήματα, όπως τη φορολόγηση ενοικίων, τον ΦΠΑ στην εκπαίδευση και τον ΕΝΦΙΑ, αλλά και τους ανασχεδιασμούς στο ασφαλιστικό.
Ειδική αναφορά κάνει και στην αντιπολίτευση, την οποία επικρίνει εξίσου με την κυβέρνηση για την αρνητική στάση της σε κάθε σχεδόν μέτρο του 3ου Μνημονίου, «τροφοδοτώντας την αβεβαιότητα», παρά το ότι το στήριξε με την ψήφο της στη Βουλή το καλοκαίρι.
Το Γραφείο επισημαίνει ότι η «έστω μετρίως θετική πορεία που καταγράφηκε το 2014 και τα δύο πρώτα τρίμηνα του 2015 έχει αναστραφεί», ενώ το γεγονός ότι δεν σημειώθηκε ύφεση το α’ εξάμηνο του 2015 το αποδίδει στην αύξηση της κατανάλωσης λόγω του φόβου «κουρέματος» των καταθέσεων.
Αποδομώντας την «εσφαλμένη υπόθεση ότι αρκεί να σταματήσει η λιτότητα ή να καταργηθούν τα μνημόνια για να ανακάμψει η χώρα», η έκθεση των 120 σελίδων τονίζει ότι η θέση αυτή παραβλέπει τις παθογένειες της χώρας από πλευράς παραγωγής, τη μεταρρυθμιστική υστέρηση, το κακό μείγμα μέτρων με έμφαση στους φόρους, τις παλινωδίες και κυρίως τη σημασία της αβεβαιότητας στην οικονομική πορεία.
Παραδέχεται πάντως ότι η υπογραφή της συμφωνίας ήταν «παρά τις πολιτικές δυσκολίες, προτιμότερη από την παράταση της εκκρεμότητας ή από μια ενδεχόμενη άτακτη χρεοκοπία».
Στο εισαγωγικό τους σχόλιο τόσο ο συντονιστής του Γραφείου, Παναγιώτης Λιαργκόβας, όσο και τα μέλη της Επιστημονικής Επιτροπής (Παν. Καζάκος, Σπ. Λαπατσιώρας, Ναπ. Μαραβέγιας, Μιχ. Ρηγίνος) σημειώνουν με νόημα πως «ό,τι είναι αναγκαίο με οικονομικά κριτήρια δεν είναι απαραίτητα εφικτό με πολιτικά και ό,τι είναι επιθυμητό πολιτικά δεν είναι πάντοτε οικονομικά αποτελεσματικό».
Οι διαφορές του 3ου Μνημονίου
Στην τριμηνιαία έκθεσή τους οι συντάκτες διαπιστώνουν δύο ουσιώδεις διαφορές του 3ου Μνημονίου από τα δύο προηγούμενα, αλλά και μία ομοιότητα.
Η πρώτη διαφορά είναι ότι το τρίτο πρόγραμμα είναι εμπροσθοβαρές ως προς τις μεταρρυθμίσεις, δηλαδή το σύνολό τους (περίπου 233) θα πρέπει να ολοκληρωθεί έως τον Ιούνιο του 2016, εκ των οποίων οι 127 έως το τέλος του 2015. Η δεύτερη διαφορά είναι ότι βασίζεται σε πιο ρεαλιστικούς στόχους σχετικά με τα πρωτογενή πλεονάσματα.
Οσον αφορά την ομοιότητα με τα προηγούμενα, αυτή συνίσταται στο ότι περιλαμβάνει μεταρρυθμίσεις που εκκρεμούν από το παρελθόν και δημοσιονομικά μέτρα, πολλά εκ των οποίων είναι οριζόντια, π.χ. αύξηση του ΦΠΑ, και επιτείνουν την ύφεση. Το Γραφείο προειδοποιεί ακόμη ότι «εξαντλείται η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών και νέοι φόροι μπορεί να ενισχύσουν τη φοροδιαφυγή».
Κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στους περίφημους «θεσμούς», η έκθεση αναφέρει ότι από ορισμένες διατάξεις του Μνημονίου είναι «προφανής η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τις ελληνικές αρχές ότι θα τηρήσουν πραγματικά τις δεσμεύσεις τους» και το γεγονός αυτό έχει ως συνέπεια τη στενότερη εποπτεία.
Οπως αναφέρει η έκθεση, ο εκτροχιασμός του προϋπολογισμού του 2015 οδήγησε στη λήψη νέων μέτρων για το επόμενο 15μηνο ύψους 6,4 δισ. ευρώ, εκ των οποίων το 63% προέρχεται από αύξηση των φόρων.
Το Γραφείο τάσσεται κατά της αύξησης του ΦΠΑ στα νησιά, σημειώνοντας ότι το όφελος από τα προβλεπόμενα έσοδα 192 εκατ. ευρώ είναι μικρό σε σχέση με την αναστάτωση που προκαλεί, ενώ κάνοντας ένα γενικότερο σχόλιο για την ακολουθούμενη πολιτική κρούει τον κώδωνα του κινδύνου: «Δημοσιονομική προσαρμογή που βασίζεται σε αυξήσεις φόρων και μείωση δημοσίων επενδύσεων οδηγεί την οικονομία σε βαθύτερη και μεγαλύτερης διάρκειας ύφεση».
