ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Μπασκάκης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ως γνωστόν, ο στόχος της ελληνικής πλευράς από τη χθεσινή «φαστ τρακ» επίσκεψη του Ταγίπ Ερντογάν στην Αθήνα δεν ήταν να εστιαστεί στην ουσία της βαριάς διπλωματίας, δηλαδή στο ζήτημα της επίλυσης των θαλασσίων ζωνών, αλλά να εδραιωθεί η ηρεμία μεταξύ των δύο πλευρών και οι σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας να βελτιωθούν μέσα από τη χαμηλή πολιτική της λεγόμενης θετικής ατζέντας, δηλαδή διμερών συμφωνιών για μια σειρά τομέων, όπως η οικονομία, το εμπόριο, ο τουρισμός και η παιδεία. Σε αυτό το πλαίσιο, υπογράφηκε χθες μεταξύ του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Ταγίπ Ερντογάν κοινή Διακήρυξη «περί σχέσεων φιλίας και καλής γειτονίας», στην οποία, μεταξύ άλλων, δεσμεύονται «να απέχουν από κάθε δήλωση, πρωτοβουλία, ή ενέργεια που θα μπορούσε να υπονομεύσει ή να απαξιώσει το γράμμα και το πνεύμα αυτής της Διακήρυξης ή να θέσει σε κίνδυνο τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή τους», ενώ συμφωνούν ότι «θα προσπαθήσουν να επιλύσουν οποιαδήποτε διαφορά προκύψει μεταξύ τους με φιλικό τρόπο, μέσω απευθείας διαβουλεύσεων μεταξύ τους ή με άλλα μέσα αμοιβαίας επιλογής, όπως προβλέπεται στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών». Παράλληλα επιβεβαιώνουν εκ νέου και τους τρεις πυλώνες για τις μεταξύ τους διαβουλεύσεις (πολιτικός διάλογος, θετική ατζέντα, Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης).

Στο ίδιο πλαίσιο, μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν στο μέγαρο Μαξίμου, που διήρκεσε περίπου μιάμιση ώρα, ο Κυρ. Μητσοτάκης, οποίος ανακοίνωσε ότι θα επισκεφτεί την Αγκυρα μέσα στην άνοιξη, δήλωσε ότι οι δύο χώρες «οφείλουν να ζουν ειρηνικά, να διατυπώνουν τις διαφορές τους, που είναι γνωστές, να τις συζητούν με ειλικρίνεια και να αναζητούν συνέχεια λύσεις. Κι αν αυτές δεν γεφυρώνονται, πάντως να μην παράγουν αυτόματα εντάσεις και κρίσεις». Ανέφερε ακόμα ότι «το διμερές μας εμπόριο αυτή τη στιγμή έχει ξεπεράσει τα 5 δισεκατομμύρια ευρώ, είναι ρεαλιστικός στόχος μέσα σε μια πενταετία να φτάσει τα 10 δισεκατομμύρια ευρώ», ενώ είπε πως «η Ελλάδα ζήτησε και εξασφάλισε την έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ώστε να ενεργοποιηθεί η δυνατότητα Τούρκων πολιτών και των οικογενειών τους να επισκέπτονται όλο τον χρόνο, για επτά μέρες, δέκα νησιά μας, που είτε διαθέτουν προσφυγικές δομές είτε έχουν άμεσες πορθμειακές συνδέσεις με την Τουρκία». Οσο για το γεγονός ότι η χθεσινή τους συνάντηση δεν εστίασε στην ουσία της βαριάς διπλωματίας, είναι χαρακτηριστική η φράση του Κυρ. Μητσοτάκη ότι «η επόμενη φάση του πολιτικού διαλόγου, όταν οι συνθήκες ωριμάσουν, μπορεί να είναι η προσέγγιση για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο», επαναλαμβάνοντας την πάγια ελληνική θέση ότι αυτή «συνιστά τη μόνη διαφορά» που μπορεί να πάει στη Χάγη.

Από την πλευρά του ο Τ. Ερντογάν είχε φροντίσει με τη συνέντευξή του στην «Καθημερινή», 24 ώρες πριν από την άφιξή του στην Ελλάδα, να καταστήσει σαφές ότι επιμένει στις τουρκικές θέσεις, υποστηρίζοντας για άλλη μια φορά ότι ότι σε ενδεχόμενη προσφυγή στη Χάγη θα πρέπει να συμπεριληφθούν όλα τα θέματα που βάζει η Τουρκία και τα οποία η ελληνική πλευρά δεν συζητά, αλλά κατά την παρουσία του στην Αθήνα δεν θέλησε να μπει καθόλου σε αυτήν την κουβέντα και ακόμα και για το Κυπριακό, στο οποίο αναφέρθηκε, έδειξε μεν ότι επιμένει στην τουρκική θέση της διχοτόμησης, κάνοντας λόγο για «βιώσιμη λύση με βάση τις πραγματικότητες στο νησί», αλλά δεν θέλησε να μιλήσει ρητά για «δύο κράτη» (νωρίτερα ο Κυρ. Μητσοτάκης είχε αναφερθεί στην ελληνική εθνική γραμμή). Ο Τ. Ερντογάν εμφανίστηκε έτσι να μη θέλει να δυναμιτίσει το κλίμα και να το κρατήσει σε επίπεδο φιλικό. Μόνο σημείο που θα μπορούσε να διαταραχθεί το κλίμα, αλλά τελικά κάτι τέτοιο δεν συνέβη, ήταν όταν ο Τούρκος πρόεδρος αναφέρθηκε σε «τουρκική μειονότητα Δυτικής Θράκης», με τον Κυρ. Μητσοτάκη στη συνέχεια να απαντά ότι «ο προσδιορισμός της ιδιότητας της μειονότητας ως μουσουλμανικής καθορίζεται από την ίδια τη Συνθήκη της Λωζάννης».

Κατά τα λοιπά, ο Τ. Ερντογάν δήλωσε πως είναι αρκετά φυσικό να υπάρχουν προβλήματα σε δύο χώρες, «πόσο μάλλον σε αδέρφια», προσθέτοντας ότι «δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα μεταξύ μας τόσο μεγάλο το οποίο να μην μπορεί να επιλυθεί, αρκεί να κινηθούμε με καλή πίστη και να επικεντρωθούμε στη μεγάλη εικόνα και να μην γίνουμε σαν κι αυτούς που περνούν τη θάλασσα αλλά πνίγονται στο ποτάμι».

Μετά τις κοινές δηλώσεις Μητσοτάκη – Ερντογάν, ακολούθησε η συνεδρίαση (με μορφή γεύματος εργασίας) του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, με την παρουσία των συμμετεχόντων υπουργών των δύο πλευρών που είχαν ήδη φτάσει στο Μαξίμου, ενώ στο πλαίσιο αυτό υπογράφηκαν 15 συμφωνίες, μνημόνια και κοινές δηλώσεις σε σειρά τομέων (παιδείας, ηλεκτρικής διασύνδεσης, επιχειρήσεων, εξαγωγών, επενδύσεων/επιχειρήσεων, κοινωνικών υπηρεσιών, αθλητισμού, τουρισμού, έρευνας/καινοτομίας, εμπορίου, αγροτικής ανάπτυξης, τελωνειακή συνεργασία).