Ευκαιρία να ωραιοποιήσει για άλλη μια φορά την κατάσταση στην χώρα παρά την εκρηκτική ακρίβεια που έχει γονατίσει χιλιάδες νοικοκυριά, βρήκε σήμερα ο πρωθυπουργός, επιλέγοντας να «διαβάσει» μάλλον επιλεκτικά, κατά τα συμφέροντα, τη νέα έκθεση του ΟΟΣΑ «Economic Survey of Greece», που όμως κρούει και αρκετά καμπανάκια για την οικονομία, πέρα από τις όποιες θετικές διαπιστώσεις.
Μετά τη συνάντηση που είχε στο Μαξίμου με τον Γενικό Γραμματέα του ΟΟΣΑ, Ματίας Κόρμαν, ο Κυριάκος Μητσοτάκης στις δηλώσεις του επιχείρησε να εμφανίσει την ελληνική οικονομία ως μια απ’ τις πιο αποδοτικές, ενώ δεν παρέλειψε να κινδυνολογήσει για άλλη μια φορά με εκφράσεις του στυλ: «Δεν θα κάναμε αυτές τις συζητήσεις, σάς διαβεβαιώνω, πριν από κάποια χρόνια», όταν αναφέρθηκε στο τραπεζικό σύστημα και στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό η ελληνική οικονομία «αποδείχθηκε σε πολλά μέτωπα η θετική έκπληξη της Ευρώπης», σημειώνοντας μεταξύ άλλων ότι η Ελλάδα είναι η ευρωπαϊκή χώρα που μπόρεσε και αποκλιμάκωσε το δημόσιο χρέος της πιο γρήγορα από οποιαδήποτε άλλη με μια υποχώρηση η οποία ξεπερνά τις 35 μονάδες, ενώ παράλληλα αντιμετωπίστηκε ο μεγάλος αριθμός των μη εξυπηρετούμενων δανείων στο τραπεζικό μας σύστημα.
«Το συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι στη διάρκεια αυτών των εξαιρετικά ταραγμένων καιρών, αυτής της ταραγμένης περιόδου, η εθνική οικονομία, η ελληνική οικονομία ξεπέρασε τις προσδοκίες και τις ίδιες τις προβλέψεις που είχε κάνει ο Οργανισμός. Να θυμίσω ότι το 2021 πετύχαμε ανάπτυξη ύψους 8,4%, υπερδιπλάσια των αρχικών προβλέψεων, το τρίτο υψηλότερο στην ευρωζώνη. Το 2022 το ποσοστό αυτό εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει το 5,5%, πάλι σχεδόν διπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Και η δική μας εκτίμηση για το 2023 είναι ότι η ανάπτυξη θα είναι κοντύτερα στο 2% παρά στο 1%, ένα ποσοστό το οποίο -εφόσον επιβεβαιωθεί και πάλι- θα είναι τριπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου», είπε ο Κυρ. Μητσοτάκης.
Ειδικότερα, ανέφερε ότι «από το 45% τον Ιούνιο του 2019, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν μειωθεί σε μονοψήφιο ποσοστό τον Σεπτέμβριο του 2022. Είναι τόσο εντυπωσιακή αυτή η βελτίωση που κανείς δεν μιλά σήμερα για προβλήματα στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα», αλλά «αντίθετα, συζητάμε προκλήσεις όπως η επέκταση της πιστωτικής πολιτικής των τραπεζών αλλά και ο τρόπος με τον οποίο οι τράπεζες θα γίνουν πιο ανταγωνιστικές και θα αυξήσουν πια τα επιτόκια καταθέσεων, έτσι ώστε να δίνουν καλύτερες αποδόσεις στους καταθέτες. Δεν θα κάναμε αυτές τις συζητήσεις, σάς διαβεβαιώνω, πριν από κάποια χρόνια».
Επίσης, σημείωσε ότι η ανεργία υποχωρεί πολύ γρήγορα, αφού -όπως είπε- σχεδόν 300.000 νέες θέσεις εργασίας έχουν προστεθεί στον συνολικό αριθμό των Ελλήνων απασχολούμενων. Κάτι που σημαίνει-πρόσθεσε ο κ. Μητσοτάκης- ότι ο δημόσιος πλούτος αυξάνεται αλλά και οι κοινωνικές αδικίες μειώνονται, και ότι η κεντρική πολιτική επιλογή της Κυβέρνησης για λελογισμένες μειώσεις φόρων, σε συνδυασμό με τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, την προσέλκυση σημαντικών επενδύσεων, έφερε τελικά τα προβλεπόμενα αποτελέσματα.
Τόνισε την αύξηση των επενδύσεων και των εξαγωγών που όπως είπε έχει ξεπεράσει το 40% από το 20% που βρισκόταν πριν από μια δεκαετία και σημείωσε ότι ‘είναι μια τεράστια αλλαγή του ίδιου του παραγωγικού μοντέλου της ελληνικής οικονομίας προς μια οικονομία -όπως εισηγείται και ο ΟΟΣΑ- πιο ανταγωνιστική, πιο καινοτόμα, πιο εξωστρεφή”.
Τέλος ο κ. Μητσοτάκης τόνισε ότι αυτή η πολιτική επιτρέπει στην κυβέρνηση να δημιουργεί δημοσιονομικό χώρο και να τον επιστρέφει στοχευμένα, όπως εισηγείται πάντα και ο ΟΟΣΑ, και όχι οριζόντια, για να στηρίζει εκείνα τα κοινωνικά στρώματα που χρειάζονται μεγαλύτερη βοήθεια σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς.
Εύσημα αλλά και «καμπανάκια»
Απ’ τη μεριά του ο γ.γ. του ΟΟΣΑ υπογράμμισε πως «η ελληνική οικονομία βρίσκεται στο σωστό δρόμο και πρέπει να παραμείνει έτσι» αναφερόμενος στα ευρήματα της τελευταίας έκθεσης του οργανισμού για τις οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Είπε ακόμα ότι οι διαθρωτικές αλλαγές των τελευταίων ετών έχουν καρποφορήσει δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στη ρωμαλέα, όπως τη χαρακτήρισε, ανάπτυξη, καθώς και στη σημαντική αποκλιμάκωση της ανεργίας.
Μεταξύ άλλων ο ΟΟΣΑ στην έκθεσή του προβλέπει ότι ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ θα περιοριστεί από το 5,1% του 2022 σε 1,1% το 2023 και 1,8% το 2024, κι αυτό παρά τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. Η ιδιωτική κατανάλωση θα αυξηθεί μόλις 0,5% φέτος, από 8% πέρσι και η συνολική εγχώρια ζήτηση θα διευρυνθεί κατά 0,9% το 2023, από 6,6% το 2023.
Ο ΟΟΣΑ προβλέπει επιβράδυνση του πληθωρισμού από το 9,6% το 2022 στο 3,7% φέτος και στο 2,3% του 2024, έλλειμμα 2,6% του ΑΕΠ το 2023 και 1,7% το 2024 και εκτίναξη των αποδόσεων των δεκαετών κρατικών ομολόγων από το μέσο 3,6% του 2022 στο 6,5% και 6,4% φέτος και το 2024 αντίστοιχα ενώ τα επιτόκια των τρίμηνων εντόκων γραμματίων του Δημοσίου, που είναι το βασικό μέσο βραχυπρόθεσμου δανεισμού, αυξάνονται από 0,5% το 2022 σε 3,8% και 3,9% τα επόμενα δυο χρόνια.
Σχεδόν στο 10% του ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί φέτος και το 2024 το εμπορικό έλλειμμα της χώρας. Η απασχόληση θα αυξηθεί μόλις κατά 1,1% φέτος από 6,2% το 2022 και η ανεργία σταθεροποιείται στο 11,5% τα επόμενα δυο χρόνια.
