Σοβαρό πλήγμα στην εικόνα του μεγάρου Μαξίμου προκάλεσε η υπόθεση του νομοσχεδίου για τη συνεπιμέλεια, το οποίο επέφερε και την πρώτη μεγάλη ρηγμάτωση στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της Ν.Δ. Από τη στιγμή που η κυβέρνηση -διά του υπουργού Δικαιοσύνης- αρνήθηκε να λάβει υπόψη της τις παρατηρήσεις της Μαριέττας Γιαννάκου και της Ολγας Κεφαλογιάννη, η καταψήφιση των επίμαχων άρθρων από την πλευρά των δύο βουλευτριών της πλειοψηφίας ήταν προδιαγεγραμμένη.
Η κ. Γιαννάκου και η κ. Κεφαλογιάννη είχαν πολύ έγκαιρα και με ηχηρό τρόπο εκφράσει τις πολύ ουσιώδεις διαφωνίες τους με το νομοσχέδιο. Ηδη από προγενέστερες φάσεις, όπως λ.χ. κατά τη διάρκεια τηλεδιάσκεψης της «γαλάζιας» Κ.Ο. Η Ολγα Κεφαλογιάννη το έκανε και με άρθρο της στην εφημερίδα «Εστία» (10.5.2021). Εξήγησαν καθαρά τις θέσεις τους στη Βουλή και μετά τη συνεχιζόμενη αδιάλλακτη κυβερνητική στάση κατέθεσαν δέκα κομβικές τροπολογίες.
Οχι μόνο οι προτάσεις τους δεν εισακούστηκαν αλλά ήρθαν αντιμέτωπες και με τις άστοχες και σεξιστικού περιεχομένου δηλώσεις του υπουργού Δικαιοσύνης, που τις κατηγόρησε ότι οι ενστάσεις τους προέρχονται από «προσωπικά βιώματα». Είναι χαρακτηριστική η απάντηση της Μ. Γιαννάκου ότι «ως παλαιό μέλος της Ν.Δ. θέλω να σας πω ότι έχω εκπλαγεί ειλικρινά. Διότι μέσα στον ναό της Δημοκρατίας εσείς αμφισβητήσατε το δικαίωμα των βουλευτών να εκφέρουν ελεύθερα τη γνώμη τους».
«Πολύ χρήμα»
Μάλιστα η κ. Γιαννάκου είχε καταγγείλει και «απίθανες οργανώσεις» και «τρομερές διαφημίσεις υπέρ του νομοσχεδίου, που σημαίνει πολύ χρήμα». Παράλληλα η κ. Κεφαλογιάννη είχε σημειώσει ότι «το νομοσχέδιο αντί να ενώσει διχάζει. Αντί να λύνει, δημιουργεί προβλήματα, αντί να συνθέτει, στέκεται εμμονικά σε θέσεις που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του, που είναι το συμφέρον των παιδιών». Και βέβαια δεν πρόκειται απλώς για δύο στελέχη της Ν.Δ., αλλά για δύο πρώην υπουργούς. Ιστορικό στέλεχος της παράταξης η κ. Γιαννάκου, πρώτη σε σταυρούς βουλευτής στην Α’ Αθήνας η κ. Κεφαλογιάννη.
Εξ ου και το μέγαρο Μαξίμου, φοβούμενο να συγκρουστεί μαζί τους, επέλεξε να κρατήσει το θέμα χαμηλά και να μην επιβάλει κομματική πειθαρχία, με την κυβερνητική εκπρόσωπο Αριστοτελία Πελώνη να δηλώνει ότι «σε ζητήματα όπως αυτό, που είναι ένα πολύ ειδικό ζήτημα υψηλής κοινωνικής ευαισθησίας, η διαφορετική άποψη είναι σεβαστή».
Πέρα όμως από τις δύο βουλεύτριες, τις σοβαρές επιφυλάξεις τους για το νομοσχέδιο κατέθεσαν και άλλοι δύο «γαλάζιοι» βουλευτές -ο πρώην υπουργός Χαράλαμπος Αθανασίου και ο Μανούσος Βολουδάκης- οι οποίες μπορεί να μην αποτυπώθηκαν στην ψηφοφορία αλλά έχουν καταγραφεί.
«Οι δύο διαρροές της Ν.Δ., που ψήφισε μόνη της το νομοσχέδιο για τη συνεπιμέλεια, επιβεβαιώνουν πλήρως για ποιο λόγο ο κ. Μητσοτάκης κρατά σε λοκντάουν τη Βουλή και έχει καταργήσει τις ονομαστικές ψηφοφορίες με πρόσχημα την πανδημία», ανέφερε ο ΣΥΡΙΖΑ, προσθέτοντας πως «φοβάται ότι δεν ελέγχει πλέον το κόμμα του» και κατηγορώντας τον ότι «δεν τόλμησε να έρθει για να υπερασπιστεί τη συνεπιμέλεια, γιατί θα έπρεπε να απαντήσει στις εξαιρετικά σοβαρές καταγγελίες της κ. Γιαννάκου για “χρήμα” που ξοδεύτηκε για το νομοσχέδιο αυτό και στην επιστολή-κόλαφο του ΟΗΕ που έκρυψε», καθώς και ότι «αντί να διαγράψει τον κ. Λοβέρδο για την αδιανόητη δήλωσή του πως ο κακοποιητής μπορεί να είναι καλός γονιός, τον καλύπτει με την ανοχή του».
