Μιλώντας, προ ημερών, στο πλαίσιο του συνεδρίου The Global Boardroom των «Financial Times» και τον δημοσιογράφο Μπεν Χολ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να παρουσιάσει ως ευεργετικές για τους εργαζόμενους τις «μεταρρυθμίσεις» που έχει ήδη αποφασίσει η κυβέρνησή του, αλλά και όσες σχεδιάζει. Αμφισβήτησε ότι το νομοσχέδιο για τα εργασιακά θα επιφέρει πολιτικό κόστος στη Ν.Δ. και ισχυρίστηκε ότι οι μεταρρυθμίσεις είναι «ευεργετικές για τους ανέργους, εάν δημιουργούν θέσεις εργασίας, εάν οπλίζουμε τους χαμηλόμισθους με περισσότερη ασφάλεια και διαπραγματευτική δύναμη έναντι των εργοδοτών τους». Και πώς θα συμβούν αυτά; Την απάντηση έδωσε ο κ. Μητσοτάκης με την τοποθέτησή του στο επόμενο ερώτημα του δημοσιογράφου, αν πρόκειται η κυβέρνηση να προχωρήσει με την ασφαλιστική μεταρρύθμιση.
Χωρίς επιφύλαξη, ο πρωθυπουργός απάντησε θετικά, περιγράφοντας με εξαιρετικά ενδιαφέροντα τρόπο τα όσα η κυβέρνηση σχεδιάζει: «Ναι, μια δεύτερη φάση της μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού που πρέπει να γίνει και αφορά το σύστημα των επικουρικών συντάξεων, το οποίο θέλουμε μερικώς να ιδιωτικοποιηθεί. Αυτό που εξηγούμε στους νέους είναι ότι θα έχουν μεγαλύτερο έλεγχο όσον αφορά την επικουρική σύνταξή τους. Είναι καλύτερο να γνωρίζεις πόσα χρήματα βάζεις στην άκρη για τη σύνταξή σου. Ετσι, προχωρώντας σταδιακά, δημιουργείται και μία επιπλέον δεξαμενή χρημάτων που θα επενδυθεί στην ελληνική οικονομία. Σε πρώτη φάση θα είναι μικρή αλλά σε βάθος 10, 20 ετών, θα έχει σαφώς μεγαλύτερο αποτύπωμα».
Φυσικά το ότι η Ν.Δ. του κ. Μητσοτάκη έχει στα σχέδιά της τη νεοφιλελεύθερη συνταγή της ιδιωτικοποίησης των κοινωνικών ασφαλίσεων δεν είναι κάτι νέο. Από την εποχή που βρισκόταν ακόμα στην αντιπολίτευση, στις 7.12.2018, κατά τη συνάντησή του με την Ενωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος (ΕΑΕΕ) στα γραφεία του κόμματος, ο πρόεδρος της Ν.Δ. είχε σημειώσει «την ανάγκη για τολμηρές μεταρρυθμίσεις στο ασφαλιστικό σύστημα, παρουσιάζοντας το πρόγραμμα της Ν.Δ. για δημιουργία τριών πυλώνων στο συνταξιοδοτικό». Και ξεκαθάριζε ότι στον τρίτο πυλώνα «η πολιτεία πρέπει να χορηγήσει ουσιαστικά κίνητρα που να καθιστούν ελκυστικότερη την επιλογή συμπληρωματικών προγραμμάτων ιδιωτικής ασφάλισης».
Δεν είναι κάτι καινούργιο όλα αυτά. Είναι το γνωστό σχήμα που είχε κωδικοποιήσει η Παγκόσμια Τράπεζα στην έκθεσή της με τίτλο «Averting the Old Age Crisis» (Ιανουάριος 1994), σύμφωνα με το οποίο προβλεπόταν ένα σύστημα «τριών πυλώνων: 1) ένα υποχρεωτικό σύστημα, το οποίο χρηματοδοτείται από τους φόρους, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται μια ελάχιστη βάση σύνταξης, 2) ένα υποχρεωτικό σύστημα καταβολής εισφορών, όπου κάθε εργαζόμενος συμβάλλει με τρόπο ανάλογο του σημερινού, 3) ένα συμπληρωματικό σύστημα ατομικών εισφορών, το οποίο επενδύεται στη χρηματιστηριακή αγορά».
Αυτά όλα βασίζονταν στο πείραμα που έκαναν οι πιο ακραίοι θεωρητικοί του νεοφιλελευθερισμού στη Χιλή κατά τη δικτατορία του Αουγκούστο Πινοσέτ. Μάλιστα, ο τότε αναπληρωτής τομεάρχης Δικαιοσύνης της Ν.Δ. Κώστας Καραγκούνης είχε δηλώσει χωρίς δισταγμό ότι «αυτό είναι το πιο επιτυχημένο μοντέλο ασφάλισης και ο πρώτος που το εφάρμοσε ήταν ο δικτάτορας Πινοσέτ». Βέβαια ο λόγος που τα «παιδιά του Σικάγου», δηλαδή η ομάδα των νεοφιλελεύθερων οικονομολόγων, ταξίδεψαν τότε από τις ΗΠΑ στη Χιλή, ήταν ότι ένα τέτοιο «μοντέλο» απαιτούσε συνθήκες σκληρής καταστολής των εργατικών διεκδικήσεων. Οσο για την «αποτελεσματικότητά» του, αρκεί κανείς να θυμηθεί ότι όταν η χούντα της Χιλής ιδιωτικοποίησε το 1981 όλες τις συντάξεις, φρόντισε να εξαιρέσει τις συντάξεις των στρατιωτικών και των αστυνομικών.
Τώρα, κάτω από τις συνθήκες του ιδιότυπου κράτους έκτακτης ανάγκης που έχει επιβληθεί εξαιτίας της πανδημίας, επιχειρείται να περάσει και στη χώρα μας το λεγόμενο «κεφαλαιοποιητικό» σύστημα, δηλαδή η μετατόπιση των δαπανών της κοινωνικής ασφάλισης από τους εργοδότες στους εργαζόμενους και η μετάθεση των εσόδων από τις ασφαλιστικές εισφορές στον ιδιωτικό τομέα.
Κάτω από τον παραπειστικό όρο «επικουρική ασφάλιση», κρύβεται στην πραγματικότητα η πρόθεση της κυβέρνησης να απαλλάξει τους εργοδότες (όπως έχει υποσχεθεί) από το μεγαλύτερο μέρος των σχετικών δαπανών, αλλά και να στηρίξει τις ιδιωτικές εταιρείες που θα αναλάβουν να «κεφαλαιοποιήσουν» τις «εθελοντικές» εισφορές των εργαζομένων που υποτίθεται ότι θα προσβλέπουν σε «επικουρικές», δηλαδή συμπληρωματικές απολαβές συνταξιοδότησης.
Το σχήμα αυτό που έχει νόημα για πολύ υψηλόμισθους εργαζόμενους στις ΗΠΑ και στη Δυτική Ευρώπη, είναι παντελώς άχρηστο για τις σημερινές συνθήκες εργασίας στη χώρα μας. Το σημερινό πρόβλημα των εργαζομένων είναι ακριβώς το αντίθετο: η δυσκολία εύρεσης εργασίας και οι εξευτελιστικά χαμηλές απολαβές. Ποιος έχει περίσσευμα για «επικούρηση» και για «κεφαλαιοποίηση»; Το αναγνωρίζει έμμεσα και ο κ. Μητσοτάκης, μιλώντας για προοπτική «10 ή 20» χρόνων. Αλλά αυτός δεν περιμένει αυτά τα «10 ή 20» χρόνια για να εφαρμόσει τις νεοφιλελεύθερες συνταγές του. Είναι έτοιμος να τις νομοθετήσει από τώρα, καταδικάζοντας πολλές γενιές εργαζομένων στον πρακτικό αποκλεισμό από την κοινωνική ασφάλιση.
