Nα διασκεδάσει τις εντυπώσεις που ανέκυψαν μετά τα κυριακάτικα δημοσιεύματα του «Βήματος» και της «Δημοκρατίας» και να δείξει ότι δεν τρέχει κάτι με τον υπουργό Υγείας Βασίλη Κικίλια επιχείρησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατά τη χθεσινή συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου. Δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι, ξεκινώντας την τοποθέτησή του για την πανδημία, επέλεξε να κάνει ρητή αναφορά στον κ. Κικίλια, λέγοντας ότι «το Σάββατο μαζί με τον υπουργό Υγείας βρεθήκαμε στη Θεσσαλονίκη». Βέβαια, μέχρι χθες δεν είχε δοθεί ανάλογη προβολή από την πλευρά της κυβέρνησης στο γεγονός ότι ο κ. Κικίλιας συνόδευε τον πρωθυπουργό στην επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη. Θα έλεγε κανείς ότι μάλλον είχε περάσει στα ψιλά.
Αλλά και δεύτερη αναφορά –αυτή τη φορά στο υπουργείο– επέλεξε να κάνει ο κ. Μητσοτάκης, μιλώντας για τα εμβόλια, και λέγοντας ότι «το υπουργείο Υγείας έχει ήδη εκπονήσει έναν πολύ αναλυτικό σχεδιασμό για τη διαδικασία του μαζικού εμβολιασμού ολόκληρου του ελληνικού πληθυσμού».
Αυτό που εντωμεταξύ μεσολάβησε από το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη, ήταν ασφαλώς οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν από τα κυριακάτικα αυτά δημοσιεύματα, τα οποία έκαναν λόγο για κενά και ανακρίβειες στα στοιχεία που δίνονται από τον ΕΟΔΥ για την πορεία της πανδημίας και για ένα χάσμα μέσα στους κόλπους της κυβέρνησης.
Συγκεκριμένα, το «Βήμα» μιλούσε για «βαθιά δυσαρμονία» ανάμεσα σε δύο πλευρές. Αυτή των Σωτ. Τσιόδρα και Ν. Χαρδαλιά, από τη μια, και εκείνη του προέδρου του ΕΟΔΥ Παν. Αρκουμανέα και του Βασ. Κικίλια από την άλλη. Σύμφωνα με το δημοσίευμα (29.11.2020, «Αδύναμος κρίκος ο ΕΟΔΥ»), η δυσφορία των πρώτων οφείλεται στο ζήτημα των ελλιπών στοιχείων, ενώ στενοί συνεργάτες του πρωθυπουργού παρουσιάζονται να είναι ενήμεροι για την κατάσταση «και τον κίνδυνο που περικλείει» και ορισμένοι να «έχουν γίνει μάρτυρες σε τραγελαφικές καταστάσεις κατά το ημίωρο πριν από την ανακοίνωση του ημερήσιου δελτίου κρουσμάτων, που γίνεται η τελική συνεννόηση». Και μπορεί τα δημοσιεύματα να διαψεύστηκαν επισήμως από την κυβέρνηση, οι εντυπώσεις όμως παραμένουν.
Διαρροές στον Τύπο
Κάποιοι, λοιπόν, ερμηνεύουν τις διαρροές αυτές στον Τύπο ως μια προσπάθεια από την πλευρά του μεγάρου Μαξίμου να βρεθεί στο πρόσωπο του Βασίλη Κικίλια ένα «εξιλαστήριο θύμα», στο οποίο θα χρεωθεί η αποτυχία στη διαχείριση της πανδημίας. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι, όλο το προηγούμενο διάστημα και ειδικά κατά την επιτυχημένη διαχείριση του πρώτου κύματος, ο κ. Κικίλιας βρισκόταν εκτός κάδρου της πανδημίας, και τελικά βγήκε μπροστά όταν πλέον η κυβέρνηση είχε χάσει τον έλεγχο στο δεύτερο κύμα.
Κατά τα λοιπά, ο κ. Μητσοτάκης ήταν προσεκτικός στο θέμα της άρσης του λοκντάουν (μέχρι στιγμής έχει παραταθεί μέχρι τις 7 Δεκεμβρίου), την οποία δεν θέλησε να προσδιορίσει χρονικά, αναφέροντας ότι «έχουμε ακόμα μπροστά μας κάποιες δύσκολες μέρες» και λέγοντας ότι «δεν πρέπει να μιλάμε με ημερομηνίες, πρέπει να μιλάμε με δεδομένα. Αυτά καθορίζουν την πολιτική μας».
Ως «το πιο σημαντικό δεδομένο το οποίο πρέπει να αξιολογούμε σε αυτή τη συγκυρία» έθεσε τις «δυνατότητες του Εθνικού Συστήματος Υγείας» (το οποίο η κυβέρνηση ως γνωστόν δεν είχε φροντίσει να θωρακίσει), ενώ συμπλήρωσε πως «ο δρόμος μας ίσως να φανεί πιο αργός, αλλά θα είναι πιο σίγουρος και πιο ασφαλής». Τέλος, αναφέρθηκε για άλλη μια φορά στην «ατομική ευθύνη» των πολιτών, την οποία αναβάθμισε σε «καθήκον», λέγοντας ότι «η ατομική ευθύνη, η ατομική υπευθυνότητα δεν αποτελεί πλέον επίκληση, είναι ένα καθήκον απέναντι στον εαυτό μας και σε όλους τους συμπολίτες μας», ενώ θέλησε να κάνει ξεχωριστή αναφορά στην ανάπτυξη ελληνικού rapid test αντιγόνου. Η συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου θα συνεχιστεί την επόμενη Δευτέρα.
