Αντεστραμμένο ήταν το κλίμα στο Μαξίμου χτες σε σχέση με τις προηγούμενες ημέρες, καθώς επικράτησε η αίσθηση ότι η σειρά πολιτικών πρωτοβουλιών του πρωθυπουργού και των υπουργών «έπιασε τόπο», αυξάνοντας τις προσδοκίες για την αναγνώριση της προόδου στις διαπραγματεύσεις στο προσεχές Eurogroup της 11ης Μαΐου.
Η «πρόοδος», αν καταγραφεί επισήμως από τους υπουργούς Οικονομικών της ευρωζώνης, μπορεί να οδηγήσει στις πολύτιμες «ανάσες» ρευστότητας από την ΕΚΤ, ωστόσο η προσπάθεια για επίτευξη τελικής συμφωνίας στις αρχές Ιουνίου ανοίγει μια μεγάλη «βεντάλια» ενδεχομένων και σχεδίων, προϋποθέτοντας αμοιβαίες υποχωρήσεις.
Ο πρωθυπουργός συνομίλησε με τον Φρανσουά Ολάντ, με συνεργάτες του να υπογραμμίζουν ότι επιβεβαιώθηκε η «κοινή θέληση για αμοιβαία πολιτική λύση». Το πιο «χειροπιαστό» αποτέλεσμα όμως, τουλάχιστον σε επίπεδο προθέσεων, ήρθε από τη συνομιλία του πρωθυπουργού με τον Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, καθώς οι δύο πολιτικοί εξέδωσαν κατόπιν κοινή ανακοίνωση.
Σε αυτήν αναφέρεται ότι «κατέγραψαν την πρόοδο που έχει σημειωθεί τις τελευταίες ημέρες στις συνομιλίες μεταξύ της Ελλάδας και των εταίρων της πάνω στο ζήτημα της αναλυτικής δέσμης μεταρρυθμίσεων, προκειμένου να ολοκληρωθεί επιτυχώς η αξιολόγηση».
Ο στόχος των θεσμών
Αξίζει επίσης να σημειωθεί και η κοινή ανακοίνωση που εξέδωσαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η ΕΚΤ και το ΔΝΤ, μία ημέρα μετά τα δημοσιεύματα που μιλούσαν για μεταξύ τους ρήγματα, αλλά και τις κυβερνητικές διαρροές που επέρριπταν στην «άλλη πλευρά» την ευθύνη για το αδιέξοδο.
Οι τρεις θεσμοί «μοιράζονται τον ίδιο στόχο να βοηθήσουν την Ελλάδα να επιτύχει δημοσιονομική σταθερότητα και ανάπτυξη. Οι θεσμοί συνεχίζουν να εργάζονται στενά προς την επίτευξη αυτού του στόχου. Και οι τρεις θεσμοί εργάζονται σκληρά για να επιτύχουν απτή πρόοδο στις 11 Μαΐου». Η τελευταία πρόταση δίνει προφανώς το στίγμα ότι στο προσεχές Eurogroup πρέπει να υπάρξει γραπτή αποτύπωση των μέχρι στιγμής δεδομένων.
Ουσιαστική ήταν όμως και η κατ’ αρχήν πολιτική συμφωνία ανάμεσα στους Τσίπρα και Γιούνκερ, καθώς συναίνεσαν ότι πρέπει να ανοίξουν τα ζητήματα των εργασιακών και του ασφαλιστικού. Επ’ αυτών έδωσαν μάλιστα και τον «καμβά» στον οποίο η Ομάδα των Βρυξελλών, μετά την 11η Μαΐου, θα πρέπει να συζητήσει.
«Ιδιαίτερη μνεία έγινε στη σημασία των μεταρρυθμίσεων για εκσυγχρονισμό του συνταξιοδοτικού συστήματος, ούτως ώστε να καταστεί δίκαιο, δημοσιονομικά βιώσιμο και αποτελεσματικό στην κατεύθυνση αποφυγής της φτώχειας της τρίτης ηλικίας», ανέφερε η ανακοίνωση, η οποία αναζήτησε -ως συνήθως- τον κοινό τόπο ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενα πλάνα.
Από το Μαξίμου κρατούν ως ιδιαίτερα θετική την επισήμανση για «την αποφυγή της φτώχειας της τρίτης ηλικίας», στοιχείο που ερμηνεύεται ως αναγνώριση από την πλευρά Γιούνκερ πως δεν είναι δυνατόν να γίνει περαιτέρω μείωση στους χαμηλοσυνταξιούχους, θα υπάρξει ωστόσο «αναδιανομή» στο ύψος των συντάξεων.
Το δεύτερο σημείο της ανακοίνωσης αφορούσε τα εργασιακά. Οι δύο ηγέτες «συζήτησαν την ανάγκη οι μισθολογικές εξελίξεις και οι θεσμοί της αγοράς εργασίας να διαδραματίσουν υποστηρικτικό ρόλο στη δημιουργία θέσεων εργασίας, την ανταγωνιστικότητα και την κοινωνική συνοχή».
Και προσέθεσαν ότι «σε αυτό το πλαίσιο υπήρξε σύγκλιση απόψεων γύρω από τον ρόλο ενός μοντέρνου και αποτελεσματικού συστήματος συλλογικών διαπραγματεύσεων, το οποίο θα πρέπει να αναπτυχθεί μέσω ευρείας διαβούλευσης και να πληροί τα υψηλότερα ευρωπαϊκά πρότυπα». Κυβερνητικοί κύκλοι αναγνώριζαν ως σημαντικό το στοιχείο της συμφωνίας για την ανάγκη επαναφοράς των συλλογικών διαπραγματεύσεων με άξονα «τα υψηλότερα ευρωπαϊκά πρότυπα».
Σε αυτό το ζήτημα οι παράγοντες του Μαξίμου θεωρούν ότι εξασφαλίζεται πως «δεν θα γίνουμε Βουλγαρία», επισημαίνοντας ότι το υπουργείο Εργασίας ήδη βρίσκεται σε συνομιλίες με τον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας. Ερωτήματα ωστόσο δημιουργεί η αποστροφή περί «μοντέρνου συστήματος», αφού έχουμε περάσει εδώ και μερικά χρόνια στην έννοια των «απασχολήσιμων», αντί εκείνης των «εργαζομένων».
Εκλαμβάνεται δε ως πολιτική «εντολή» προς την Ομάδα των Βρυξελλών η κατάληξη της κοινής ανακοίνωσης πως «οι εποικοδομητικές συνομιλίες θα πρέπει να συνεχιστούν στο πλαίσιο του Brussels Group». Οι δε προτεραιότητες που περιλαμβάνει η ανακοίνωση αντικατοπτρίζουν και τις διαφορές της Ευρώπης με το ΔΝΤ, καθώς o Ζ.Κ. Γιούνκερ εμφανίζεται -τουλάχιστον σε επίπεδο δηλώσεων- πιο «διαλλακτικός» για τα εργασιακά και το ασφαλιστικό.
«Η μέση του δρόμου»
Ωστόσο δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι μετά τις 11 Μαΐου θα ανοίξουν οι «δύσκολες» για την κυβέρνηση συζητήσεις που άπτονται των μέχρι τώρα «κόκκινων γραμμών» της. Ολοι γνωρίζουν ότι ένας συμβιβασμός απαιτεί από τις δύο πλευρές να συναντηθούν «στη μέση του δρόμου», επιχειρώντας να «παντρέψουν» τις διαφορετικές στρατηγικές.
Αντικειμενικά δηλαδή, όλες οι διαβουλευόμενες πλευρές, ο κάθε θεσμός ξεχωριστά και η ελληνική κυβέρνηση, θα πρέπει να προχωρήσουν σε εκατέρωθεν υποχωρήσεις, ώστε να εξυπηρετηθούν έννοιες οι οποίες μπορεί να είναι αντικρουόμενες, όπως η «ανταγωνιστικότητα» και η «κοινωνική συνοχή» για τα εργασιακά.
Το «βάρος» για το Μαξίμου πέφτει, κατά πώς φαίνεται, στον χρόνο εφαρμογής της αύξησης του κατώτατου μισθού, ενώ η έτερη επισήμανση για ένα «δημοσιονομικά βιώσιμο» ασφαλιστικό προϋποθέτει βαθιές «τομές», που απαιτούν μακρές και επίπονες διαβουλεύσεις.
