Τον ρόλο της Γερμανίας, ο οποίος θεωρείται και είναι καταλυτικός ώστε να βρεθεί λύση μέχρι το τέλος του μήνα, επιχειρούν να αποκωδικοποιήσουν στο μέγαρο Μαξίμου. Αυτό που έχουν εισπράξει, ειδικά μάλιστα μετά τη συνάντηση του Αλέξη Τσίπρα με την Ανγκελα Μέρκελ, είναι ότι η Γερμανίδα καγκελάριος «επιζητεί τρόπους λύσης ώστε να διευθετηθεί το ελληνικό ζήτημα», κρατώντας βέβαια τις απαραίτητες ισορροπίες, αυτές δηλαδή που θα επιτρέψουν και στις δύο πλευρές να ισχυριστούν ότι τα «βρήκαν στη μέση του δρόμου».
Χθες ο πρωθυπουργός συνομίλησε τηλεφωνικά με την Ανγκελα Μέρκελ, συνομιλία η οποία έγινε σε θετικό κλίμα και ήταν σε συνέχεια της συνάντησης των δύο ηγετών στο Βερολίνο, με στόχο να υπάρξει άμεσα μια αμοιβαία επωφελής λύση. Ο πρωθυποργός είχε τηλεφωνική επικοινωνία και με τον πρόεδρο του Εurogroup Γ. Ντάισελμπλουμ, ενώ και ο Ν. Χουλιαράκης είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον αξιωματούχο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ν. Κοστέλο και συμφώνησαν να ξεκινήσουν οι εργασίες του Brussels Group και σήμερα θα υπάρξει τηλεδιάσκεψη, ενώ την Τετάρτη θα επαναληφθεί το Brussels Group.
Προβληματίζονται, όμως, από τη στάση που κρατά ο Β. Σόιμπλε και η ομάδα που έχει σχηματιστεί γύρω από τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών, η οποία δείχνει τα δόντια της στην ελληνική κυβέρνηση. Μάλιστα δεν διαφεύγει την προσοχή των στελεχών της κυβέρνησης ότι η αήθης επίθεση που δέχεται ο Γ. Βαρουφάκης εντάσσεται στη λογική της πίεσης ώστε να εξαναγκασθεί σε παραίτηση ο υπουργός Οικονομικών.
Η διαφοροποίηση
Κάτι που διαψεύδεται από το μέγαρο Μαξίμου, αφού οι σχέσεις πρωθυπουργού – υπουργού είναι άριστες, και αφετέρου το να προσφερθεί ο υπουργός βορά στο σύστημα Σόιμπλε και των φιλικών του ΜΜΕ θα σήμαινε επί της ουσίας πολιτική νίκη των ευρωπαϊκών ελίτ.
Συνεργάτες του πρωθυπουργού εκτιμούν ότι η καγκελάριος κινείται σε διαφορετικό μήκος κύματος από τον υπουργό της, και σε αυτό το σημείο αναπτύσσεται έντονος προβληματισμός. Η διαφαινόμενη αυτή διαφοροποίηση είναι πραγματική ή εντάσσεται στο γνωστό παιχνίδι του «καλού και κακού συνομιλητή»; Και στο ερώτημα αυτό η απάντηση δεν είναι εύκολη, αφού απαιτεί μια πιο σφαιρική γνώση της γερμανικής πραγματικότητας, την οποία τα στελέχη του Μαξίμου δεν τη διαθέτουν με πλήρη καθαρότητα.
Με δεδομένο ότι ο χρόνος τρέχει, οι εταίροι κωλυσιεργούν «εν γνώσει τους και ενδεχομένως με δόλο», η κυβέρνηση επιδιώκει να κλείσει η συμφωνία μέχρι το τέλος του μήνα, αφήνοντας ως ακρότατο όριο εκείνο της 11ης Μαΐου. «Δεν εξυπηρετεί κανέναν η παράταση της αβεβαιότητας, και αυτό μπορεί να γίνει αν συνεργαστούμε με βάση το πνεύμα της 20ής Φεβρουαρίου… να αναζητήσουμε έναν κοινό χώρο αποδεκτών μεταρρυθμίσεων και αλλαγών» δήλωσε σε συνέντευξή του («Αυγή της Κυριακής») ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γ. Δραγασάκης, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά τις δυσκολίες και ταυτόχρονα εκφράζοντας την αισιοδοξία του πως «μπορεί να υποχρεωθούμε να πάρουμε από μόνοι μας μέτρα που τώρα προσπαθούμε να αποφύγουμε, [αλλά] επί του παρόντος ο κίνδυνος αυτός είναι αναστρέψιμος υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει συνεργασία των ευρωπαϊκών θεσμών».
Αυτό που ξεκαθαρίζει σε όλους τους τόνους το μέγαρο Μαξίμου είναι ότι δεν υπάρχει ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών, ενώ η προοπτική του δημοψηφίσματος περιορίζεται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η ενδιάμεση συμφωνία του Απριλίου σκοντάψει, οπότε το ερώτημα που πιθανότητα να τεθεί θα είναι απλό και κατανοητό: «ναι ή όχι σε νέα μνημόνια».
«Κόκκινες γραμμές»
Η κυβέρνηση επιμένει ότι έχουν γίνει βήματα προόδου στη διαπραγμάτευση και αντιτείνει στις ενστάσεις των θεσμών περί «απώλειας χρόνου» ότι αυτοί αναφέρονται στις «κόκκινες γραμμές», από τις οποίες «δεν υπάρχει περίπτωση να κάνουμε πίσω». Αρα το πρόβλημα είναι πολιτικό και η λύση του μοιραία απαιτείται να είναι πολιτική, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες εκφράζεται η απορία γιατί τα αποτελέσματα του EuroWorking Group δεν έχουν συζητηθεί στο Brussels Group…
Οι δημοσκοπήσεις που δημοσιεύθηκαν στον κυριακάτικο Τύπο τονώνουν την αισιοδοξία της κυβέρνησης, αφού στην πρόθεση ψήφου προηγείται με 15 μονάδες της Ν.Δ. (36,9% έναντι 21,7%), η δημοφιλία του πρωθυπουργού είναι υψηλότατη (61,3%), ενώ η διενέργεια δημοψηφίσματος συγκεντρώνει το 32,7%, ο σχηματισμός κυβέρνησης εθνικής ενότητας το 44,2% και το 60,1% επιθυμεί διαχείριση της οικονομίας χωρίς νέα δανειακή σύμβαση.
