Με μία κίνηση η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «πολιτική ντρίπλα», η κυβέρνηση αποφεύγει τη διαδικασία ψήφισης της νέας σύμβασης από τη Βουλή, αρκούμενη απλώς σε συζήτηση όπου «δημόσια θα ενημερωθούν όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί και οι βουλευτές» και θα απαντηθούν ερωτήματα που προκύπτουν από την ερμηνεία των όρων της.
Η κίνηση αυτή επιτρέπει στον πρωθυπουργό και στην κυβέρνηση να υπερβούν τον σκόπελο της εν δυνάμει έγκλησης από τα κόμματα της αντιπολίτευσης ώστε να μη θεωρούνται ανακόλουθοι σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν, όταν ζητούσαν να κυρώνεται και το «παραμικρό» από τη Βουλή, και ταυτόχρονα να επικαλούνται «τον σεβασμό στη διαφάνεια και τις δημοκρατικές διαδικασίες, σε αντιδιαστολή με τις προηγούμενες κυβερνήσεις που διέπρεψαν σε αδιαφανείς μεθοδεύσεις».
Δικαιολογητική βάση αυτής της τακτικής είναι το ότι η νέα αριστερή κυβέρνηση δεν υπέγραψε καμία νέα δανειακή σύμβαση, επεκτείνοντας απλά την ημερομηνία λήξης της υπάρχουσας μέχρι το τέλος Ιουνίου. Και χρησιμοποιεί το επιχείρημα ότι η παράταση της δανειακής σύμβασης έχει ήδη υπογραφεί από όλους τους συμβαλλόμενους.
Ενισχυτικό της άποψης αυτής, σύμφωνα με κυβερνητικά στελέχη, είναι και το γεγονός ότι το γερμανικό Κοινοβούλιο δεν κύρωσε καμία δανειακή σύμβαση, απλά έδωσε την έγκρισή του στην απόφαση του Εurogroup.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στελέχη της κυβέρνησης, στις μιντιακές εμφανίσεις τους, μη εξαιρουμένου και του νεοεκλεγέντος γραμματέα του ΣΥΡΙΖΑ, εμφανίζονταν να υπερασπίζονται την παραπάνω τακτική, με μόνη διαφοροποίηση εκείνη του ευρωβουλευτή Δ. Παπαδημούλη, ο οποίος υποστήριξε στο Τwitter ότι «Ν.Δ. – ΠΑΣΟΚ κυβερνούσαν με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, εμείς όχι. Η τετράμηνη συμφωνία να έλθει στη Βουλή, είναι επιβεβλημένο πολιτικά». Και προφανώς δεν αναφερόταν μόνο στη συζήτηση-ενημέρωση…
Πίσω από την καθυστερημένη ευαισθησία της αντιπολίτευσης, στελέχη της κυβέρνησης εκτιμούν ότι το αίτημα για εκ νέου κύρωση της υπάρχουσας σύμβασης «δεν είναι και τόσο αθώο όσο ακούγεται». Επί της ουσίας θεωρούν ότι το επιχείρημα για εκ νέου κύρωση της υπάρχουσας σύμβασης υποκρύπτει την προσπάθεια Ν.Δ. – ΠΑΣΟΚ να «αθωωθούν» για το πρόσφατο μνημονιακό τους παρελθόν, ευελπιστώντας στην καλύτερη περίπτωση σε μια προσπάθεια συμψηφισμού και, στη χειρότερη, να «εκμαιεύσουν αποφάσεις και δεσμεύσεις από την παρούσα Βουλή που θα δημιουργούν τετελεσμένα αρνητικά στη διαπραγμάτευση».
Με δεδομένο ότι η παράταση της δανειακής σύμβασης δεν συνεπάγεται καμία παράταση του μνημονίου, το οποίο έχει καταργηθεί, αφού το «τρέχον πρόγραμμα δεν προβλέπεται ότι θα ολοκληρωθεί επιτυχώς», η κυβέρνηση δεσμεύεται ότι η νέα συμφωνία που θα προκύψει στο τέλος του τετραμήνου θα έρθει προς κύρωση στη Βουλή, ευελπιστώντας ότι η νέα δανειακή σύμβαση δεν θα εμπεριέχει δεσμεύσεις και όρους, όπως η παρούσα, «ετεροβαρείς ως προς τα συμφέροντα της χώρας».
