Αντίστροφα μετράει από χθες ο χρόνος για την κυβέρνηση, η οποία έχει μπροστά της 4 μήνες προκειμένου να καταλήξει με τους εταίρους και δανειστές στο νέο πρόγραμμα που θα εφαρμοστεί στο πλαίσιο των δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί με το κείμενο που ενέκρινε το συμβούλιο υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης.
Η παράταση της δανειακής σύμβασης άρχισε να «τρέχει» από την 1η Μαρτίου και, όπως προκύπτει από το νομικό κείμενο που υπέγραψε (όπως προβλέπεται) ο υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης, η Ελλάδα διατηρεί τα δικαιώματά της στα υπόλοιπα των δανείων έως το τέλος Ιουνίου. Ωστόσο, αυτά δεν πρόκειται να εκταμιευθούν εάν δεν ολοκληρωθεί η εκκρεμούσα αξιολόγηση στη βάση των ελαστικότερων, αλλά και των πρόσθετων όρων που συμφωνήθηκαν.
Από τις διατάξεις της σύμβασης προκύπτει ότι επιστρέφουν στον EFSF (Μηχανισμός Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας) τα 10,9 δισ. ευρώ του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) – ΤΧΣ στον EFSF (Μηχανισμός Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας), τα οποία θα χρησιμοποιηθούν μόνο μετά από έγκριση της ΕΚΤ και του EFSF «για την κεφαλαιακή στήριξη βιώσιμων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, την κάλυψη του κόστους διάσωσης τραπεζών και για κανέναν άλλο λόγο».
Οσον αφορά τα χρήματα (3,6 δισ. ευρώ) που περιμένει η Ελλάδα από τα υπόλοιπα του δανείου και τα κέρδη των ομολόγων της ΕΚΤ, η εκταμίευσή τους απαιτεί «την επιτυχή ολοκλήρωση της τελευταίας αξιολόγησης του τρέχοντος προγράμματος».
Αφετηρία για τον αγώνα δρόμου που πρέπει να κάνει η κυβέρνηση στην κατεύθυνση εξειδίκευσης των μέτρων αποτελεί ουσιαστικά το Eurogroup της επόμενης Δευτέρας 9 Μαρτίου.
Η «δημιουργική ασάφεια», στην οποία έχει αναφερθεί ο υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης, θα πρέπει να μετασχηματιστεί σε απτά δείγματα γραφής, αν οι δύο πλευρές επιθυμούν να υπάρξουν θετικά αποτελέσματα εντός χρονοδιαγράμματος. Οι δανειστές έχουν καταστήσει σαφές ότι η εκκρεμής δανειακή βοήθεια δεν πρόκειται να αποδεσμευτεί αν η ελληνική πλευρά δεν υλοποιήσει τις δεσμεύσεις της, για τις οποίες η ελληνική πλευρά καλείται τώρα να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες.
Το μεγαλύτερο βάρος της αποσαφήνισης και της εξειδίκευσης των μέτρων και των μεταρρυθμίσεων έχει επωμιστεί ο πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων (ΣΟΕ) Γιώργος Χουλιαράκης, ο οποίος εκπροσωπεί τη χώρα μας στο Euro Working Group (το όργανο που προετοιμάζει τις συνόδους του Eurogroup), και ο οποίος έχει εγκατασταθεί ουσιαστικά στις Βρυξέλλες.
Το χρηματοδοτικό κενό
Για το μείζον ζήτημα του χρηματοδοτικού κενού, στο επικείμενο Eurogroup o κ. Βαρουφάκης είναι πιθανό να υποβάλει επίσημο αίτημα για επιπλέον εκδόσεις εντόκων γραμματίων, προκειμένου να μπορέσει η Ελλάδα να καλύψει τις μεγάλες χρηματοδοτικές ανάγκες που έχει μπροστά της.
Το ανώτατο όριο έκδοσης εντόκων έχει τοποθετηθεί στα 15 δισ. ευρώ και η ελληνική πλευρά ζητά την έγκριση του Eurogroup και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) να αυξηθεί ακόμα και έως τα 25 δισ. ευρώ. Παρότι κάτι αντίστοιχο είχε γίνει μετά τις εκλογές του Ιουνίου του 2012, οι δανειστές μας εμφανίζονται αρνητικοί αυτήν τη φορά, εκτός αν η ελληνική πλευρά μπορέσει να διασφαλίσει ότι τα πρόσθετα έντοκα θα αγοραστούν από ξένους επενδυτές και όχι από τις ελληνικές τράπεζες, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο στην παρούσα συγκυρία.
Πάντως, ο υπουργός Οικονομικών, μιλώντας στην τηλεόραση του «Σκάι», προανήγγειλε ουσιαστικά την άμεση έναρξη δύο παράλληλων διαπραγματεύσεων: μια για το χρηματοδοτικό κενό των επόμενων μηνών και μια για το πρωτογενές πλεόνασμα της επόμενης 10ετίας, το χρέος και τις επενδύσεις.
Μάλιστα, σε άλλη συνέντευξή του στο Associated Press, κατηγοριοποίησε ουσιαστικά το χρέος της χώρας, λέγοντας ότι η αποπληρωμή των οφειλών στο ΔΝΤ αποτελεί «απόλυτη προτεραιότητα», ενώ η διαχείριση του χρέους προς του εταίρους θα αποφασιστεί σε συνεργασία με τους ίδιους και τους θεσμούς.
Ειδικά για τα 10,9 δισ. ευρώ του ΤΧΣ, που όπως προαναφέρθηκε μεταφέρθηκαν στα κοινοτικά όργανα, ανέφερε ότι υπάρχει «τεράστια αντίδραση που αντιμετωπίζουμε με συνεχή διαπραγμάτευση» με στόχο ένα μέρος από τα λεφτά αυτά να πάει στην «καλή τράπεζα» που θέλει να φτιάξει η κυβέρνηση.
Στο πεδίο των μέτρων, πέρα από το ενδεχόμενο επιβολής έκτακτου φόρου σε όσους φορολογούμενους έχουν υψηλά εισοδήματα, ο κ. Βαρουφάκης δεν απέκλεισε πρόσθετα φορολογικά μέτρα για να μπει «ρευστό» στα κρατικά ταμεία. Μεταξύ αυτών, η αύξηση του ΦΠΑ στα τσιγάρα, τα αλκοολούχα ποτά και τα τυχερά παιχνίδια, η επαναφορά του μέτρου των αποδείξεων, η θέσπιση κινήτρων για επαναπατρισμό κεφαλαίων από το εξωτερικό και η εφαρμογή μεθόδων παρακολούθησης των επιχειρήσεων από κρυφούς ελεγκτές που θα υποδύονται τους πελάτες, προκειμένου να διαπιστώνεται εάν κόβονται αποδείξεις και τιμολόγια.
Ωστόσο, επανέλαβε τη δέσμευσή του ότι δεν θα αυξηθούν οι συντελεστές ΦΠΑ στα νησιά του Αιγαίου και επιβεβαίωσε ότι η καθιέρωση αφορολογήτου ορίου εισοδήματος 12.000 ευρώ θα γίνει σταδιακά και όχι άμεσα. Για τον επαναπατρισμό κεφαλαίων, τόνισε ότι σε όσους έβγαλαν κεφάλαια στο εξωτερικό «θα δώσουμε τη δυνατότητα να τα φέρουν πίσω».
Δεν θα πρόκειται όμως, όπως διαφαίνεται, για μια οριζόντια ρύθμιση «μια και έξω», κατά την οποία θα πληρώνει κάποιος ένα μικρό ποσό φόρου για να επαναπατρίσει χρήματα που δεν είχαν φορολογηθεί στη χώρα μας. Σύμφωνα με πληροφορίες, η δυνατότητα επιστροφής κεφαλαίων θα προσφέρεται μέσα στα περιθώρια που θα αφήνουν άλλες επιμέρους διατάξεις (π.χ. κίνητρα για ρυθμίσεις χρεών με 100 δόσεις, άρση ποινικών διώξεων και αυτοφώρου για τη φοροδιαφυγή κ.λπ.), ώστε να βάλουν αρκετά βαθιά το χέρι στην τσέπη οι ενδιαφερόμενοι.
Αρκεί η υπογραφή
Η υπογραφή του υπουργού Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη ήταν αρκετή για τη «νομιμοποίηση» της παράτασης της δανειακής σύμβασης.
Το κείμενο που υπέγραψαν όλες οι πλευρές από την προηγούμενη Πέμπτη δεν απαιτείται να ‘ρθει προς κύρωση στη Βουλή. Το μόνο που άλλαξε σε σχέση με το προηγούμενο είναι η ημερομηνία λήξης (30 Ιουνίου). Αλλωστε ο EFSF δεν ζητά την κύρωση της παράτασης από τη Βουλή. Για τον μηχανισμό αρκεί η υπογραφή του αρμόδιου υπουργού.
