Εξηγήσεις από τον Κυριάκο Μητσοτάκη ζητάει το κυβερνών κόμμα με αφορμή σημερινό δημοσίευμα της εφημερίδας «Νέα Σελίδα», που όπως τονίζει ο ΣΥΡΙΖΑ «αναδεικνύει το τεράστιο σκάνδαλο της δανειοδότησης της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ, που χρωστούν στις τράπεζες πάνω από 400 εκατομμύρια ευρώ».
Σε ανακοίνωσή του το γραφείο Τύπου του κόμματος τόνισε ότι «τόσο το ύψος των δανείων και η απουσία εγγυήσεων για την εξόφλησή τους, όσο και η τροπολογία του 2013 από την κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου για την απαλλαγή ευθυνών των τραπεζικών στελεχών που εμπλέκονταν, συνεχίζουν να προκαλούν το κοινό αίσθημα».
Την περίοδο που οι Έλληνες πολίτες υπέφεραν από τα δεινά μιας βάρβαρης πολιτικής λιτότητας, τα δύο κόμματα έβρισκαν ζεστό χρήμα και μηχανεύονταν τρόπους για τη συγκάλυψη αυτών των απαράδεκτων πρακτικών. Το πόρισμα της εξεταστικής της Βουλής για τα δάνεια σε κόμματα και ΜΜΕ είναι αποκαλυπτικό. Εξίσου αποκαλυπτική, αλλά και προκλητική, είναι η διαχρονική σιωπή του παλιού πολιτικού συστήματος για το θέμα αυτό.
«Αναμένουμε από τον κατά τα άλλα λαλίστατο κ. Μητσοτάκη, αυτή τη φορά τουλάχιστον να μη μιλήσει για “σκευωρία” και να δώσει εξηγήσεις. Και κυρίως να μας πει αν σκοπεύει πότε να επιστρέψει πίσω στον ελληνικό λαό τα χρωστούμενα ή αν θα συνεχίσει να πολιτεύεται «εις υγείαν των κορόιδων» καταλήγει ο ΣΥΡΙΖΑ.
Επίθεση στη Νέα Δημοκρατία εξαπέλυσε και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έκανε λόγο για «καταστροφολογική ρητορική» και για «ψάρεμα στα θολά νερά του εθνικισμού», χαρακτήρισε ως μία ασταθή ισορροπία συμβιβασμών την συμμαχία που ανέδειξε τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην ηγεσία του κόμματος.
Σε συνέντευξη στην εφημερίδα «Η εποχή» ο Δημήτρη Τζανακόπουλο υπογράμμισε το εξής: «Επειδή ο κ. Μητσοτάκης αποφάσισε να συμμαχήσει με πολιτικά βαρίδια όπως ο κ. Σαμαράς, δεν του δίνεται η δυνατότητα να κατανοήσει ή να προχωρήσει σε μία γενναία πολιτική αυτοκριτική για τα πεπραγμένα των προηγούμενων ετών. Γι΄ αυτό δεν πιστεύω ότι η Νέα Δημοκρατία θα είναι πρώτο κόμμα στις επόμενες εκλογές, εφόσον ειδικά η κυβέρνηση καταφέρει τον στόχο της, που είναι η έξοδος από το πρόγραμμα και η διεύρυνση των δικών της πολιτικών».
Σχετικά με την υπόθεση Novartis, ο κ. Τζανακόπουλος επανέλαβε ότι η Ν.Δ. και όσοι την ακολούθησαν, από την αρχή δεν έδειξαν διάθεση για την διαλεύκανση, αλλά αντίθετα στόχος τους ήταν η συγκάλυψη και εκτίμησε ότι «ήταν προδιαγεγραμμένη η αποχώρηση από την επιτροπή, για εντυπώσεις που δεν μπορούν να κερδηθούν αυτή τη στιγμή», τονίζοντας την απαίτηση των πολιτών για απονομή δικαιοσύνης.
«Αριστερή σοσιαλδημοκρατική διαχείριση»
Σε άλλο σημείο της συνέντευξής του ο υπουργός δήλωσε ότι το στοίχημα της κυβέρνησης είναι από τη μια η αριστερή σοσιαλδημοκρατική διαχείριση και από την άλλη, μια σειρά αριστερών ριζοσπαστικών τομών, ειδικά μετά τον Αύγουστο, όπως η μισθολογική ενίσχυση των εργαζομένων, σύμφωνα με τον
Επίσης, εκτίμησε ότι δεν θα υπάρξει πρόβλημα στην τέταρτη αξιολόγηση, εφόσον «δεν προκύπτουν δημοσιονομικά θέματα, αλλά αντιθέτως οι στόχοι επιτυγχάνονται με υπεραποδόσεις», και ότι «το ΔΝΤ δεν σκοπεύει να βάλει εμπόδια, ούτε να δημιουργήσει δυσκολίες στην ολοκλήρωση του ελληνικού προγράμματος, καθώς αυτό δεν συμφέρει κανέναν».
Απαντώντας σε δημοσιεύματα για μείωση των συντάξεων και του αφορολόγητου, είπε ότι δεν πρέπει να δίνουμε βάση, υπενθυμίζοντας: «Κατά τη διάρκεια της τρίτης αξιολόγησης υπήρχαν δημοσιεύματα που έλεγαν ότι οι δανειστές απαιτούν τη μείωση του προϋπολογισμού για τα οικογενειακά επιδόματα, ο οποίος τελικά αυξήθηκε κατά 260 εκατομμύρια».
Αναλύοντας το ζήτημα του λαϊκισμού στην Ελλάδα και ειδικότερα για τον χώρο του Κέντρου, ο κ. Τζανακόπουλος, αναφέρθηκε στο Κίνημα Αλλαγής και σε ένα «πολιτικό προσωπικό που ήταν προκλητικό απέναντι στην Αριστερά για πάρα πολλά χρόνια» και «φέρει τεράστιες ευθύνες για τον εκφυλισμό του πολιτικού συστήματος και για την στρατηγική σύμπλευση που κατέληξε σε πολιτική ταύτιση με τις δυνάμεις της Νέας Δημοκρατίας και το νεοφιλελευθερισμό».
Το ίδιο πολιτικό προσωπικό, όπως είπε, «συμπεριφέρθηκε στον ελληνικό λαό με αδιανόητη τιμωρητικότητα επί πέντε ολόκληρα χρόνια και σήμερα προπαγανδίζει ένα υποτιθέμενο δημοκρατικό μέτωπο εναντίον της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ., γιατί δήθεν θεωρεί ότι έχει συντελεστεί κάποιου είδους πραξικόπημα στη χώρα», σημειώνοντας ότι με τέτοιες πολιτικές, «είναι αρκετά δύσκολο να υπάρξει συμπόρευση».
Αναφορικά για το χώρο του Κέντρου, είπε ότι η διαφοροποίησή του αντανακλάται στις εσωτερικές συγκρούσεις στο Κίνημα Αλλαγής, και πρόσθεσε ότι «το ζήτημα είναι να βρούμε συγκεκριμένα πολιτικά προτάγματα με αυτές τις δυνάμεις και αυτό τον κόσμο». Επίσης εκτίμησε, ότι στην Ευρώπη, «οι πολιτικοί συσχετισμού είναι ρευστοί» και η πορεία της, μέσα στα επόμενα χρόνια, «θα κριθεί από την έκβαση των πολιτικών συγκρούσεων».
«Δεν μπορούμε να μπούμε σε διαπραγμάτευση για τους στρατιωτικούς»
Για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και ειδικά για τις προσδοκίες εξομάλυνσης μετά την Σύνοδο της Βάρνας, ο κ. Τζανακόπουλος είπε ότι η Τουρκία «πηγαίνει στα διεθνή φόρα με συμφιλιωτική ρητορική και μόλις γυρίζει πίσω αλλάζει τακτική» και επεσήμανε τα δύο βασικά προβλήματα της χώρας μας έναντι της γείτονος.
Το ένα είναι το θέμα των Ελλήνων αξιωματικών, «για τους οποίους δεν έχει προκύψει κάποιο επιβαρυντικό στοιχείο» και η Τουρκία «θέλει να το αξιοποιήσει πολιτικά και διαπραγματευτικά».
Ξεκαθάρισε ότι «δεν μπορούμε να μπούμε σε καμία διαπραγμάτευση, οποιουδήποτε τύπου για το ζήτημα» και «θα κάνουμε ό, τι προβλέπει το νομικό πλαίσιο, εντείνοντας τις πολιτικές και διπλωματικές πιέσεις».
Το δεύτερο, όπως είπε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, αφορά στην μετατόπιση των συσχετισμών προς μία συντηρητική κατεύθυνση από την απελευθέρωση ενός κοινωνικού δυναμικού στην Τουρκία και σημείωσε ότι «μια πορεία περαιτέρω ριζοσπαστικοποίησης στην Τουρκία δεν ευνοεί τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή και γι΄αυτό θα πρέπει να είμαστε διαρκώς προσανατολισμένοι στο να έχουμε πολιτικά και διπλωματικά πεδία διαλόγου».
Όσον αφορά στην πορεία των διαπραγματεύσεων για το ονοματολογικό, ο υπουργός Επικρατείας εκτίμησε ότι θα δοθεί λύση, «ανεξαρτήτως του πότε θα ολοκληρωθεί», ανέφερε ότι η κυβέρνηση επιμένει στις θέσεις της και επεσήμανε ότι οι εθνικιστικές εξάρσεις από ένα τμήμα της κοινωνίας έχουν την αντανάκλασή τους και στην πΓΔΜ. «Γι΄αυτό χρειάζεται εξαιρετικά μεγάλη προσοχή και ένας ισορροπημένος συμβιβασμός μεταξύ των δύο χωρών, για να μπορέσουν να κερδίσουν στο βάθος του χρόνου οι προοδευτικές δυνάμεις και των δύο κοινωνιών».
