Τα κόμματα της αντιπολίτευσης επιχείρησαν με ανακοινώσεις τους να προκαλέσουν «σάλο» κατά της κυβέρνησης, αξιοποιώντας το γεγονός πως η Βασιλική Θάνου ανέλαβε αμισθί και κατόπιν της συνταξιοδότησής της καθήκοντα στο Νομικό Γραφείου του πρωθυπουργού.
Η κριτική τους δεν στράφηκε ενάντια σε πεπραγμένα της τέως προέδρου του Αρείου Πάγου, καθώς σε αυτή την περίπτωση θα ακυρωνόταν η μέχρι πρότινος ρητορεία τους πως δεν πρέπει να κρίνονται οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης. Εκαναν λοιπόν λόγο για παρέμβαση της κυβέρνησης στη Δικαιοσύνη.
Η αναζήτηση σε πρόσφατα δημοσιεύματα στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο αναδεικνύει όμως τον ευκαιριακό και -γιατί όχι;- υποκριτικό χαρακτήρα αυτής της κριτικής.
Πρώτα απ’ όλα το ίδιο το νομικό πλαίσιο όχι μόνο δεν απαγορεύει την ανάληψη καθηκόντων τέτοιου τύπου από πρώην δικαστικούς, αλλά και από εν ενεργεία και μάλιστα με επιμίσθιο!
Συγκεκριμένα, η παράγραφος 3 του άρθρου 33 του προεδρικού διατάγματος 63/2005 (επί κυβέρνησης Ν.Δ., δηλαδή) αναφέρει χαρακτηριστικά: «Για τις ανάγκες του Πολιτικού Γραφείου και των υπαγόμενων σε αυτό ειδικών γραφείων και εκτός από τις προβλεπόμενες στο προηγούμενο Αρθρο θέσεις, μπορεί με απόφαση του Πρωθυπουργού να ανατίθενται ειδικά καθήκοντα σε δικαστικούς και σε υπηρετούντες στις Ενοπλες Δυνάμεις και στα Σώματα Ασφαλείας, παράλληλα με την άσκηση των κύριων καθηκόντων τους. Με την απόφαση ανάθεσης καθορίζεται και επιμίσθιο, που δεν υπερβαίνει το 30% των αποδοχών τους».
Υπενθυμίζεται ότι η Βασιλική Θάνου έχει συνταξιοδοτηθεί και θα απασχολείται αμισθί στη θέση της.
Υπάρχουν όμως και αρκετές «καραμπινάτες» περιπτώσεις στις οποίες πρώην ανώτεροι και ανώτατοι δικαστικοί μεταπήδησαν σε θέσεις υπουργών ή συμβούλων σε κυβερνητικούς αξιωματούχους.
Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις των παρακάτω:

Χαράλαμπος Αθανασίου: μετά μια μακρά πορεία στο δικαστικό σώμα και στις επιστημονικές ενώσεις του κλάδου, παραιτήθηκε από αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου προκειμένου να κατέλθει υποψήφιος βουλευτής στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας στις διπλές εκλογές του 2012, έπειτα από κάλεσμα του Αντώνη Σαμαρά. Διετέλεσε δε υπουργός Δικαιοσύνης το διάστημα 24 Ιουνίου 2013 – 27 Ιανουαρίου 2015.

Παναγιώτης Πικραμμένος: την περίοδο που ήταν πάρεδρος του ΣτΕ, και συγκεκριμένα το διάστημα 1991-1993 διετέλεσε σύμβουλος του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, σύμφωνα με δικές του δηλώσεις. Αποχώρησε από τη θέση του και συνέχισε την ανέλιξή του στο ανώτατο δικαστήριο, αφού αναδείχτηκε σύμβουλος του ΣτΕ και αντιπρόεδρός του το 2007. Ανέλαβε υπηρεσιακός πρωθυπουργός το 2012. Εκτιμά ιδιαίτερα τον σημερινό αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, καθώς τον Ιούνιο του 2016 δήλωσε στο Bloomberg ότι «ο Κυριάκος είναι αυτή τη στιγμή το μόνο πρόσωπο που μπορεί να ηγηθεί της προσπάθειας να σωθεί η χώρα». Φέρεται να είναι ατύπως σύμβουλος επί νομικών θεμάτων του σημερινού προέδρου της Ν.Δ.

Κωνσταντίνος Μενουδάκος: άσκησε καθήκοντα προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας από τις 17 Μαΐου 2012, μετά δηλαδή την αποχώρηση του Παναγιώτη Πικραμμένου. Είχε όμως και αυτός μακρά πορεία στο ανώτατο δικαστήριο, κάτι που δεν τον εμπόδισε να διατελέσει προϊστάμενος του Νομικού Γραφείου της Γενικής Γραμματείας της κυβέρνησης την περίοδο Σημίτη και συγκεκριμένα από το 1998 μέχρι το 2001.

Γεώργιος Σταυρόπουλος: σύμφωνα με τα όσα έχει αναρτήσει στο προσωπικό του ιστολόγιο, φαίνεται ότι την περίοδο -και συγκεκριμένα το 1998- που ήταν εν ενεργεία σύμβουλος στο ΣτΕ άσκησε ειδικά καθήκοντα ελέγχου νομιμότητας στο Νομικό Γραφείο του πρωθυπουργού. Μετά τη συνταξιοδότησή του και ως επίτιμου αντιπροέδρου του ΣτΕ, διορίστηκε στις 25 Ιουλίου 2011 στη θέση του προϊσταμένου του Νομικού Γραφείου στη Γενική Γραμματεία Πρωθυπουργού. Παρέμεινε στην ίδια θέση μέχρι τον Νοέμβριο του 2011, οπότε και διορίστηκε υπουργός Επικρατείας στην κυβέρνηση Παπαδήμου.
Πόσο θράσος ακόμη;
Με σφοδρότητα απάντησε το Μαξίμου στις επιθέσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης με αφορμή την ανάληψη από τη Βασιλική Θάνου καθηκόντων προϊσταμένης του Νομικού Γραφείου της Γενικής Γραμματείας του πρωθυπουργού.
Το Γραφείο Τύπου του πρωθυπουργού υπογράμμισε ότι η ε.τ. πρόεδρος του Αρείου Πάγου ανέλαβε καθήκοντα αμισθί και μετά τη συνταξιοδότησή της.
Το Μαξίμου υπενθύμισε μάλιστα χαρακτηριστικές περιπτώσεις που ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί διετέλεσαν υπουργοί, νομικοί σύμβουλοι σε υπουργεία και έχουν υπηρετήσει στα νομικά γραφεία της Προεδρίας της Δημοκρατίας, στο γραφείο πρωθυπουργού και στη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης.
Επισήμανε δε πως «η Ν.Δ. δεν είχε κανένα πρόβλημα» όταν στο παρελθόν γίνονταν αυτού του είδους οι αναθέσεις καθηκόντων, καταλογίζοντας στη Ν.Δ. και τον Κυριάκο Μητσοτάκη «θράσος», αλλά και «σαφή προσβολή προς τα πρόσωπα των δικαστικών λειτουργών που αποφασίζουν κατόπιν της λήξης της θητείας τους να εισφέρουν τις νομικές τους γνώσεις από θέσεις που εκείνοι επιλέγουν».
