Οι στόχοι της ελληνικής κυβέρνησης και μερίδας Ευρωπαίων αξιωματούχων στο χθεσινό Γιούρογκρουπ ήταν να βρεθεί κοινό έδαφος, να καταγραφεί πρόοδος στις συζητήσεις και να συμφωνήσουν όλες οι πλευρές στη βάση του σχεδιασμού ώστε να ενταχθεί η Ελλάδα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης μέσα στο τρέχον τρίμηνο. Ωστόσο, οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης αρκέστηκαν να προτρέψουν τις ελληνικές αρχές και τους θεσμούς να επανεκκινήσουν γρήγορα τις διαπραγματεύσεις που θα οδηγήσουν στην ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, αλλά και στη δημοσιονομική στρατηγική για μετά το 2018.
Βασική αιτία για το ότι δεν υπήρξε προωθητική απόφαση ήταν το «ανακάτεμα της τράπουλας» λίγες ώρες πριν από τη συνεδρίαση. Σε μέσα ενημέρωσης «διέρρευσε» η έκθεση του ΔΝΤ για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους και τα δεδομένα που περιλαμβάνονται σε αυτήν διατάραξαν τις συμμαχίες και τις τακτικές που είχαν χαράξει ορισμένοι εταίροι. Ενώ δηλαδή το ΔΝΤ κρατούσε στάση αναμονής και σιωπούσε αναφορικά με το ελληνικό πρόγραμμα, οι υπόλοιποι «παίκτες» έκαναν τακτικές κινήσεις στη διαπραγματευτική σκακιέρα. Μέχρι που το Ταμείο ανέτρεψε το σκηνικό.
Γύρω από αυτό το παιχνίδι των διαρροών στήνεται μια παραφιλολογία για το τι μπορεί να σημαίνει η επιλογή του ΔΝΤ να δυναμιτίσει τις συζητήσεις και να πλαγιοκοπήσει τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Ορισμένοι θεωρούν ότι το Ταμείο δίνει διαπιστευτήρια στη νέα αμερικανική κυβέρνηση. Αλλοι νομίζουν ότι η έκθεση αποτελεί ευθύ πλήγμα του Ντόναλντ Τραμπ στην Ευρώπη. Και άλλοι ότι απλώς το ΔΝΤ επιχειρεί να αποκομίσει περισσότερες δεσμεύσεις από την ευρωζώνη και την Ελλάδα.
Στην Αθήνα δεν είναι λίγοι εκείνοι που διαβάζουν την έκθεση του ΔΝΤ ως προαναγγελία για την άρνησή του να χρηματοδοτήσει το πρόγραμμα για τη χώρα μας και με αυτόν τον τρόπο πιθανόν να επιθυμεί να δικαιολογήσει την παραμονή του ως τεχνικού συμβούλου.
Ο,τι κι αν συμβαίνει, γίνεται φανερό ότι η πορεία της Ελλάδας και ολόκληρης της ευρωζώνης μπαίνει στη ζυγαριά μικροπολιτικών και εκλογικών συμφερόντων. Οι εκλογές στην Ολλανδία, τη Γαλλία και τη Γερμανία δεν απέχουν πολύ. Το ερώτημα είναι εάν κάποιοι ισχυροί παράγοντες επιθυμούν να προσθέσουν στον φετινό εκλογικό χάρτη ακόμα μία εκλογική αναμέτρηση και μάλιστα στην πιο εύθραυστη οικονομία της ευρωζώνης.
